Showing posts with label καθημερινότητα. Show all posts
Showing posts with label καθημερινότητα. Show all posts

Saturday, November 7, 2020

Άλλο ένα πάρτυ γενεθλίων γεμάτο κέφι για alt-right μισανθρωπιά

Βρέθηκα χθες συμμέτοχος σε μια νέα αντιπαράθεση απόψεων με ένα άτομο σε ένα μικρό πάρτυ γενεθλίων (πάλι!). Η κουβέντα ξεκινά με τα επιδόματα αναστολής εργασίας που θα δοθούν. Πέρα από τις ατομικές μας περιπτώσεις και το αν δικαιούμαστε το επίδομα ή πόσο μεγάλο είναι αυτό ή πόσο σωστό είναι ο εργοδότης να κάνει παζάρια με τον εργαζόμενο για να μοιραστούν το επίδομα, ο συνομιλητής αναφέρει ότι πετάγονται λεφτά από δω και εκεί σε κατηγορίες που δε θα έπρεπε να πάρουν και ότι επαναλαμβάνονται σπατάλες του παρελθόντος. 

Συμφωνώ μαζί του ότι για κάποιες περιπτώσεις που και η εργασία συνεχίζεται άτυπα και συνεπώς παράνομα (επειδή ο εργοδότης αναγκάζει τον εργαζόμενο να συνεχίζει να δουλεύει συνήθως εξ’ αποστάσεως) και το επίδομα πέφτει, είναι ηλίου φαεινότερο ότι υπάρχει αδικία. Λέω γιατί αυτά τα χρήματα να μην πηγαίνουν κάπου αλλού, σε ομάδες εργαζομένων που πλήττονται βάναυσα τόσο καιρό τώρα, όπως οι καλλιτέχνες και ειδικά εκείνοι που δε φαίνονται πουθενά, που δεν έχουν ασφάλεια και μόνιμη εργασία. 

Ο συνομιλητής δε συμφωνεί λέγοντας ότι από την στιγμή που αυτοί οι άνθρωποι δεν προσφέρουν τίποτα στον κρατικό κορβανά, δεν είναι ασφαλισμένοι και δε φορολογούνται ορθά δεν επιδοτούνται. Υποστηρίζει ότι πρέπει να ισχύει η αρχή της αναλογικότητας στη βοήθεια που λαμβάνει κανείς, ορίζοντάς την ως το λόγο βοήθεια / ποσό φορολογικής δήλωσης. Δηλαδή όσα περισσότερα βγάζει κανείς τόσο περισσότερο θα πρέπει να επιδοτηθεί με βάση ένα οριζόντιο ποσοστό και όχι οριζόντιο ποσό. Αντικρούω ότι αυτή η αντίληψη περί βοήθειας περιθωριοποιεί ακόμα περισσότερο τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, εκείνα δηλαδή που σκοπεύει να βοηθήσει περισσότερο. Απαντά ότι δεν είναι δίκαιο να επιδοτούνται άνθρωποι για εισοδήματα που δεν φαίνονται πουθενά και ότι η δικαιοσύνη απαιτεί ο καθένας να βοηθηθεί από το κράτος ανάλογα με το τι προσφέρει στο κράτος. 

Επιστρατεύει μάλιστα για να υποστηρίξει το επιχείρημά του το παράδειγμα με τη γνωστή φωτογραφία με τα τρία παιδιά που έχουν διαφορετικό ύψος αλλά στηρίζονται στα ίδια ακριβώς σκαμνιά (συμβολίζοντας την ισότητα) ώστε να μην μπορούν να δουν όλα τον αγώνα ποδοσφαίρου πίσω από τον τοίχο, όταν όμως τους δίνονται σκαμνιά ανάλογα με το ύψος τους τότε μπορούν όλα τα παρακολουθήσουν (συμβολίζοντας τη δικαιοσύνη). Με το παράδειγμα αυτό ο συνομιλητής μου θέλει να υποστηρίξει ότι στην προκειμένη περίπτωση το ίδιο ποσό βοήθειας σε όλους δεν είναι δίκαιο (κατ’ αναλογία του ίδιου ύψους σκαμνιού) και ότι πρέπει να δοθεί διαφορετική βοήθεια (κατ’ αναλογία του διαφορετικού σκαμνιού). Προφανώς δεν κατάλαβε ότι το παράδειγμα αυτό ισχυροποιεί την αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή δίνεις μεγαλύτερο ποσό στους αδύναμους (όπως δίνεις ψηλότερο σκαλί στο κοντό παιδί) για να πετύχεις τη δικαιοσύνη. Πάνω στην έντασή μου δεν μου ήταν τόσο ξεκάθαρη η ανοησία που διατύπωσε ώστε να του την αντιτάξω μια και καλή και να ξεμπερδεύω.

Η κουβέντα ζεσταίνεται όταν υποστηρίζει ότι ο πρωθυπουργός έχει γίνει κομμουνιστής σχεδόν μοιράζοντας χρήματα και επιδόματα ενώ ταυτόχρονα δεν ανταποκρίνεται στις προκηρύξεις εθνικής παλιγγενεσίας της προεκλογικής περιόδου. Ότι απαγορεύτηκε η παρέλαση της 28ης την στιγμή που δεκάδες χιλιάδες στριμώχθηκαν έξω από το εφετείο και διέσπειραν ασύστολα τον κορονοϊό. Ότι ο Δένδιας και ο Σαμαράς έβαλαν τη χρυσή αυγή στη φυλακή και ο σύριζα συνεργάστηκε μια χαρά κοινοβουλευτικά μαζί της και τη χρησιμοποίησε για να παίρνει ψήφους από τη ΝΔ. Ότι για να δουλέψουν οι τεμπέληδες πρέπει να μειωθούν τα επιδόματα. Ότι η πλειοψηφία των αριστερών είναι ψεκασμένοι συνωμοσιολόγοι. Ότι αν δεν επιτρέψουμε στους αστυνομικούς να βαράνε κόσμο κάθε μέρα θα μαραζώσουν και θα απειληθεί η ασφάλεια των πολιτών. Ότι οι καθηγητές είναι τεμπέληδες και θα έπρεπε το καλοκαίρι ή στο υποχρεωτικό κλείσιμο να μετακινούνται σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου, όπως η εφορία. Ότι οι ΜΕΘ έφτασαν το αστρονομικό αριθμό των 1150 και ότι για να στελεχωθούν θέλει χρόνο οπότε η κουβέντα αυτή εξυπηρετεί μόνο μικροπολιτικές της αριστεράς. Ότι ο ίδιος τέλος δεν είναι νεοφιλελεύθερος αλλά σκέτο φιλελεύθερος και ότι δεν είναι οι εργαζόμενοι εκείνοι που παράγουν τον πλούτο της κοινωνίας.

Δεν διαφώνησα σε όλα και στο τέλος της κουβέντας μας κοροϊδέψαμε και οι δύο, αποκαλώντας πασόκο, έναν τρίτο συμμετέχοντα-παρατηρητή που είπε ότι εν μέρει συμφωνεί και με τους δύο. Γελάσαμε αλλά μόλις έφυγα ήμουν διαλυμένος …Τελευταία νύκτα πριν την καραντίνα, να τσακώνομαι για πολιτική, τι θα έλεγε ο μικρός Βασίλης… Δεν πάνε καλά τα πράγματα.

 

Friday, October 14, 2016

Ένα πατίνι που δεν εκλάπη



Το περπάτημά του ήταν αριστοτεχνικό, όχι μόνο επειδή ήταν ξυπόλητο. Η κίνησή του απέριττα υπολογισμένη ώστε να φέρει εις πέρας την αποστολή του. "Που πας εσύ βρε;" ακούει τη φωνή μου καθώς ανοίγω το παράθυρο που βλέπει στην αυλή μας. Δε κοιτάζει πίσω, πετάει κάτω το ροζ πατίνι και φεύγει γρήγορα. Βγαίνω, πάω στο ανοιχτό πορτονάκι και κοιτάζω προς το δρόμο. Έχει προχωρήσει αρκετά, σχεδόν δε φαίνεται, ξέρει πως να πατάει και πως να φεύγει γρήγορα.


Για μια στιγμή σκέφτομαι να το φωνάξω, να του μιλήσω, να το ρωτήσω αν πραγματικά θέλει το πατίνι. Δεν το κάνω. Ήταν το δώρο που πήρε η γιαγιά στη μεγάλη της εγγονή πριν δύο χρόνια και έπαιζε πολύ με αυτό. Σε λίγο καιρό θα το δοκιμάσει και η άλλη μικρή εγγονή. Κι όμως, λέω μέσα μου, το αξίζει πραγματικά. Τέτοια τόλμη, 11 η ώρα το πρωί με τον ήλιο να λάμπει και κίνηση στο δρόμο.

Θυμήθηκα το παραμύθι με τη Χρυσομαλλούσα που διαβάζω στις μικρές. Το κοριτσάκι μόνο του στο δάσος παρασύρεται από τον πειρασμό και μπαίνει στο σπίτι μιας οικογένειας αρκούδων που έχει πάει βόλτα στο δάσος μέχρι να κρυώσει ο χυλός τους. Γεύεται το υπέροχο ζεστό πιάτο  της μικρής αρκουδίτσας, κάθεται στην κουνιστή καρέκλα της και την σπάει, κοιμάται στο απαλό κρεβάτι της και το ανακατώνει. Μέχρι που συλλαμβάνεται από τα αρκουδάκια και από φόβο πηδάει από το παράθυρο του δωματίου και φεύγει πάλι μόνο στο δάσος. Το μικρό αρκουδάκι αναρωτιέται ποιο να είναι αυτό το κοριτσάκι με τα χρυσά μαλλιά. Θα ήθελε να το γνωρίσει και να παίξουν μαζί.

Αυτή την τύχη είχα σήμερα το πρωί, να αισθανθώ λιγάκι άνθρωπος. Σκέφτηκα να το κρατήσω για μένα, να μην το πω σε κανέναν άλλον από εκείνους με τους οποίους μοιραζόμαστε την ίδια αυλή και σε άλλους περίγυρους. Βλέπεις, ηλεκτρονικό πορτόνι, ειδικός σύρτης στα πλάγια πορτάκια και ολόκληρος σκύλος δε φαίνεται να έκαναν τη δουλειά τους.

"Ποιος άφησε ανοιχτή την πόρτα;" "Μαζέψτε όλα τα παιχνίδια να μη φαίνονται" "Αυτοί πήραν και το γκαζάκι τις προάλλες" και άλλα τέτοια ακούστηκαν. Συγκαταβατικός με τις φοβίες τους, απολάμβανα τη θέαση των πραγμάτων από προνομιούχα θέση. Ο ορθολογισμός μου δε με άφησε ήσυχο βέβαια. "Και αν ήταν χρήματα ή τίποτα πολύτιμο; Θα το έβλεπες με τον ίδιο τρόπο;" "Και αν έμπαιναν μέσα στο σπίτι σου; "Και αν σε χτυπούσαν;"

Ήταν απλά ένα μικρό σκουρόχρωμο τριβολάκι που ήθελε ένα παιχνιδάκι και ρίσκαρε για να το αποκτήσει. Τι πιο αξιοσέβαστο από αυτό; Τι πιο γενναίο; Τι πιο παιχνιδιάρικο από ένα κλεμμένο χρησιμοποιημένο πατίνι που δε θα οικειοποιηθεί κανένας μεγάλος προστάτης για να εξυπηρετήσει τους δόλιους σκοπούς του;

Saturday, June 4, 2016

Έλλειψη Οράματος



Συχνά πιάνω τον εαυτό μου να συνειδητοποιεί ότι δεν έχει κανένα όραμα για το συλλογικό μέλλον του κόσμου. Για το μέλλον της χώρας, του πλανήτη, της κοινωνίας γενικότερα. Τρομάζω τότε, σκεπτόμενος πόσο λιγότερο οραματιστή με έκανε η πορεία προς την πλήρη ενηλικίωση (οικογένεια, σπίτι και εργασία) και η συμβίωση με την οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων. Όσο δε βλέπω και τους γύρω μου να έχουν υιοθετήσει αυτή την στάση αναρωτιέμαι για το που πήγαν τα οράματα για έναν καλύτερο κόσμο. Για το αν ανήκουν σε μια ηλικιακή και ψυχολογική κατάσταση, εκείνη της μετα-εφηβείας, που αποτελεί οριστικά και αμετάκλητα παρελθόν και ως εκ τούτου χρειάζεται να αναθεωρηθούν σε μια περισσότερο ρεαλιστική βάση.

Με προβληματίζει αυτή η ρεαλιστική αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Για την ακρίβεια δε νιώθω άνετα με αυτή ακόμα και αν την ζω και ο ίδιος. Τη βιώνω μέσα από την αντιμετώπιση των ευθυνών της καθημερινότητας, την διεκπεραίωση πραγματικών και μη υλικών και άλλων αναγκών, την αλλοτριωτική επίδραση της εργασίας, τη συνύπαρξη με έναν κόσμο που αναπαράγει όλα τα στερεότυπα του παρελθόντος. Από την άλλη, ελπίδα μου δίνουν η δύναμη που παίρνω από την υπευθυνότητα, η ευχαρίστηση από την ικανοποίηση αυτών των αναγκών και από μια αποδοτική μέρα στη δουλειά, ο εντοπισμός στοιχείων που μπορούν να δώσουν δημιουργική δυναμική στη χάραξη του μέλλοντος. Ακόμα όμως και αυτά τα πράγματα που μου δίνουν ελπίδα τα βιώνω με έναν αποσπασματικό, ατομικιστικό τρόπο, σα να αφορούν μόνο το άτομό μου και όχι ένα όραμα, μια θέαση όλου του κόσμου που με περιβάλλει. Πως μπορεί κάποιος να ελπίζει για τον εαυτόν του χωρίς να οραματίζεται για το όλον και παρόλα αυτά να μην υποκύπτει στον ατομικισμό; Πως γίνεται να πλάθουμε ωραίες εικόνες για τη ζωή μας και να τις μοιραζόμαστε αν αυτές δεν αφορούν και τους γύρω μας;

Τώρα που η ελπίδα για μια ριζοσπαστική πολιτική αλλαγή έδειξε τα όριά της, νιώθω ακόμα πιο ανίσχυρος κοινωνικά, ακόμα λιγότερο εκπροσωπημένος ιδεολογικά, ακόμα πιο απαισιόδοξος για τη δυνατότητα να υπάρξει ένας εναλλακτικός δρόμος πέρα από αυτόν της καθημερινής σκληρότητας που μας περιβάλλει. Άθελα μου υποκύπτω στην ευκολία της αδιαφορίας και του βολέματος με αυτά που έχω (που μου έχουν δοθεί) κοιτώντας μόνο πως θα ελιχθώ καλύτερα για να γλιτώσω την υποβάθμιση και την καταδίκη που έχει σαρώσει άλλους. Γίνομαι ένας μικροαστός, καχύποπτος σε κάθε προοδευτική πράξη και φιλικά διακείμενος σε κάθε συντηρητική. Είμαι παιδί του συστήματος που γεννάει τις κρίσεις, αυτό τουλάχιστον το αναγνωρίζω.

Στην περιφέρεια που κατοικώ όλα μοιάζουν να κινούνται προς μια προδιαγεγραμμένη πορεία προς την αγκύλωση των συνειδήσεων. Οι άνθρωποι δουλεύουν, και όσοι είναι άνεργοι ονειρεύονται να βρουν δουλειά. Αυτό το λες πρόοδο από την κατάσταση της τεμπελιάς, αλλά όσο σκέφτομαι ότι η εργασία στα χρόνια που ζούμε δεν απέχει και πολύ από τη δουλεία, το λες επίσης και οπισθοχώρηση στην κατάσταση της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης. Οι άνθρωποι ψωνίζουν, όσοι έχουν χρήματα για ξόδεμα και όσοι δεν έχουν ονειρεύονται λεφτά. Αυτό το λες ανάπτυξη (ισχνή σίγουρα και άνιση) σε σχέση με την κατάσταση της φτώχειας, αλλά η φύση της υπερκατανάλωσης που έχει κατακτήσει τις σύγχρονες συνειδήσεις το καθιστούν μαζική ψυχοκοινωνική αρρώστια. Οι άνθρωποι βεβαίως κάνουν παιδιά, πηγαίνουν βόλτες, και κάνουν άπειρα ακόμα πράγματα χωρίς να τους νοιάζει το όραμα για το συλλογικό μέλλον. Έτσι κι εγώ τους ακολουθώ για να μη νιώσω μοναξιά και πονέσω με τη φρίκη της ζωής που εκτυλίσσεται γύρω μου. Και ξεχνάω τον πόνο, αρνούμαι το θάνατο και αδιαφορώ προς τα συναισθήματα. Ελπίζω μόνο για εκείνα που μπορούν να γίνουν και σκοτώνω το όνειρο. Ερωτεύομαι μέχρι εκεί που παίρνω ηδονή και φεύγω με τον πρώτο πόνο. Παραδίνομαι εύκολα σε εκείνον που με πείθει ορθολογικά για την ανυπαρξία του οράματος μέχρι που ακινητοποιούμαι. Μέχρι που δεν υπάρχω σαν αυτούσια οντότητα αλλά μόνο σαν εξάρτημα μιας μηχανής που με ξεπερνά και τις λειτουργίες της δε μπορώ να λογαριάσω παρά μόνο να ελπίσω ότι έχει φτιαχτεί για το καλό μου. Έτσι νομίζω ότι είμαι ευτυχισμένος.

Μη με αδικείς, είμαι σαν εσένα, με λίγη περισσότερη ή λιγότερη αυτοσυνειδησία. Προσπαθώ μόνο να μαζέψω τα κομμάτια μου από τα χτυπήματα που δέχομαι κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσης ούτως ώστε να χτίσω έναν πιο στέρεο κόσμο για μένα και τους απογόνους μου. Σκέφτηκα ότι όλα αυτά ακούγονται πολύ προσωπικά για να αφορούν και τους άλλους αλλά αμέσως μετά πάλι σκέφτηκα ότι μόλις είχα κάνει μια ατομικιστική σκέψη. Γι' αυτό και μόνο είπα να στα δώσω να τα διαβάσεις και εσύ.

Thursday, May 19, 2011

Μια μέρα

Βράδυ μαγιάτικο και κρύο, ο αέρας μοσχομυρίζει, ο ουρανός κάνει το πιο όμορφο στριπτίζ με τα που και που σύννεφα να κρύβουν τις εναλλαγές των χρωμάτων του μέχρι τη θριαμβεύουσα πτώση του ήλιου. Περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους που μιλάνε σε έντονους τόνους διαφωνόντας για το τυπικό μέρος της προετοιμασίας μιας εκλογοαπολογιστικής συνέλευσης και αναρωτιέμαι αν η δημοκρατία είναι κάτι παραπάνω από γραφειοκρατία. Νωρίτερα ο πιτσιρικάς αλβανός που βάφει το σπίτι μου με πάει με το αυτοκινητό του στην τράπεζα για να τον πληρώσω και με ρωτάει πόσα χρήματα βγάζω το μήνα μην πιστεύοντάς με τι του απαντάω. Ο ίδιος ονειρεύεται Ιταλία και πιτσαρία, 80 την ημέρα δεν είναι και άσχημα, έχει δουλειά εκεί. Νομίζω ότι μιλάω με τον πατέρα του παππού μου που ίσως κάπου μετανάστευσε και αυτός για το μεροκάματο αν και χωρίς να κατέχει ήδη αυτοκίνητο. Δε θέλω να μεταναστεύσω για δουλειά, τι αναξιοπρέπεια σκέφτομαι. Είμαι βολεμένος στο σπίτι μου και στα πολλά λίγα που μου έχουν αφήσει. Νιώθω ενοχές ότι υποστηρίζω το σύστημα με το να μην το ταρακουνάω. Κοιτάζω τους συντρόφους, υποτίθεται. Μεγαλοστομίες, ξεκαύλωμα, συσκέψεις από χόμπι, αποφάσεις επί αποφάσεων, δεν ανήκω ούτε εκεί; Που ανήκω; Στη σκέψη μόνο, στη μοναχική αναζήτηση, στην ατομική φαντασίωση ενός κοινωνικού ονείρου από την πραγματοποίηση του οποίου απέχω. Αισθητικές παρεμβάσεις μόνο παρακαλώ, μην χαλάτε την όμορφη εικόνα, γίνετε βίαιοι αλλά παραμείνετε όμορφοι, αυτή την επανάσταση θέλω, μην παραδίνεστε στις εκλογικευμένες σας πλευρές, θα σας οδηγήσουν χωρίς να το καταλάβετε στον αισχρό ηδονισμό. Ομορφιά είναι η παράδοση στο μοιραίο χωρίς μανία, σχεδόν προμελετημένα.

Saturday, April 9, 2011

Διάσπαρτες σκέψεις πριν τη χρεοκρατία

Mου στέλνει mail η αδερφή μου, μου λέει «να δεις το debtocracy, έχει γίνει χαμός». Ανοίγω τη σελίδα που μου επισυνάπτει. Είναι το blog του πιτσιρίκου. Γράφει ο ίδιος λέγοντας ότι μετά από αυτό το ντοκυμαντέρ τίποτα δε θα είναι το ίδιο στην ελληνική δημοσιογραφία, την πολιτική και την κοινωνία. Ότι αν δεν πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας τα πράγματα όλο και θα χειροτερεύουν. Και ότι αυτό καταρχήν θα γίνει αν ξεκινήσει ο λογιστικός έλεγχος του ελληνικού χρέους. Μου κάνει εντύπωση που το χρέος έχει γίνει πεδίο εξειδίκευσης πέρα από τους οικονομολόγους, έχει αποκτήσει όχι μόνο πολιτική βάση συζήτησης κάθε είδους αλλά και ζήτημα ηθικής. Έπειτα σκέφτομαι εκείνο που λέει ο Καζάκης στη συνέντευξή του στο Κρήτη τβ, ότι αν δεν αποτελεί βάση ανατροπής το γεγονός και μόνο ότι δανειζόμαστε για να ξεχρεώνουμε παλαιότερα δάνεια και όχι για να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις, τότε τι άλλο αποτελεί; Πρέπει δλδ να γίνει η ΕΛΕ, να πάρει χρόνια, να επισκιαστεί με όλα τα σκατά του ελληνικού δημοσίου και της γραφειοκρατίας και της διαπλοκής για να πούμε ότι να αυτό το χρέος είναι απεχθές; Μαλακίες, συμφωνώ 100% με τον Καζάκη στο ειδικό ποστ που έκανε στο blog του πάνω σε αυτό το θέμα. Όλα τα άλλα είναι όμορφα λόγια. Το ντοκυμαντέρ βέβαια θα το δώ και είμαι σίγουρος ότι θα είναι καλό. Από την άλλη ρε παιδιά, σκατά δεν ήσαν πάντα τα πολιτικά και τα διεθνόπολιτικά; Γεμάτα κρυφά συμφέροντα, μυστική διπλωματία, προετοιμασμένες εκπλήξεις, υποταγή και εξουσία. Και που ξέρεις, μπορεί όλη η συζήτηση να γίνεται για να επικεντρωθεί το ενδιαφέρον στο χρέος αντί σε άλλα πιο ενδιαφέροντα (βλέπε πετρέλαια στο Αιγαίο και αλλού) ζητήματα.

Sunday, May 9, 2010

9 Mαΐου

Αυτή η υπνηλία δεν έχει τελειωμό και μπορεί να οφείλεται καθαρώς στην άσχημη διάθεσή μου όπως επίσης και στο εντατικό κλίμα των ημερών. Δεν απόφυγα το προχθεσινό ξενύχτι για το διάβασμα των τελευταίων κειμένων των μπλόγκερς που παρακολουθώ. Μέχρι που η πολλή πληροφόρηση κάνει το κεφάλι μου πρωί πρωί να βουίζει. Πιάνω τον εαυτό μου να κάθομαι πριν ή και κατά τη διάρκεια του ύπνου να σκέφτομαι ομόλογα, τράπεζες, θεωρίες, ιδεολογίες, όνειρα. Μετά τα όνειρα όμως, τίποτα, απελπισία, επιστροφή στην άσχημη πραγματικότητα. Μα είναι τόσο άσχημη? Μοιάζει με τους κουκουλοφόρους και τους μπάτσους, με τους πρετεντέρηδες και τους αυτιάδες, τους νεοφιλελεύθερους και τους κομμουνισταράδες, τους ομιλούντες και τους διαφωνούντες, τους αιτιοκράτες και τους ονειροκράτες, αυτούς που ξέρουν και όλοι ξέρουν. Ξέρουν ότι τα spread του βερμπαλισμού τους πιάνουν ρεκόρ, τα επιτόκια των υποσχέσεών τους είναι εκτός ελέγχου και οι τράπεζες των γνωμών τους χωρίς ρευστή και πάγια γνώση. Ξέρουν ότι παίζεται ένα έργο, μια περιπέτεια, ένα δράμα, μία κωμωδία. Καθένας στο είδος του. Σε κάθε περίπτωση το Happy End δε φαίνεται στο σενάριο και το έργο μοιάζει όλο και περισσότερο με ένα Lost με χαμένα πρόσωπα που προσπαθούν να αναλάβουν κάποιο ρόλο στο νησί της μοναχικής παγκοσμιοποίησής τους.
Το κεφάλι πόναγε βασανιστικά όχι από τον πόνο αλλά από τη αγωνία. Μέχρι που βρήκε λίγο απάγκιο στη στοργή της Α. Σήμερα ο ήλιος ήταν παραδόξως ζεστός και κρύος μαζί. Πήγαμε στη μεγάλη προβλήτα του λιμανιού, εκεί που η πόλη μένει πίσω και ο ορίζοντας απλώνεται μπροστά. Στη μέση το λαμπιρίζων νερό να παίζει με τα μάτια μου και δίπλα το τεράστιο καράβι. Νιώθω άβολα για λίγο με την προοπτική του μεγέθους των πραγμάτων που επισκιάζουν την σκέψη για αυτά. Σκέψη για το πώς θα ήταν αυτά ιδεατά, σκέψη που υπάρχει σα φίλος στην άμυνα και σαν εχθρός στη δημιουργία. Οι μεγάλες ιδέες εγκλωβίζουν. Και το συναίσθημα; Αυτό κάπου υπάρχει στον ορίζοντα και αγωνιώ να το εντοπίσω. Κοιτάζω το καράβι μπρ, γέρνω προς την πόλη και παραπατώ, ο ίλιγγος είναι κοντά, τέλος στρέφω τη ματιά στο νερό και ηρεμώ. Νιώθω καλά εκεί, με το νερό μοναχικό μου σύντροφο. Κατακλύζει το μυαλό και ξεδιψά τη σκέψη από την απορία, ξεγελά την ψυχή με το λαμπύρισμα, καθαρίζει τη βρώμα του πολιτισμού. Στο νερό, στο νερό, μπουγέλο θέλουν οι παλιάτσοι που μιλούν.
Σιωπή τώρα, στην πλατεία τη μεγάλη έχει συγκέντρωση σιωπής. Αλήθεια!

Friday, May 7, 2010

7 Μαΐου

Ξύπνησα πρωί σήμερα με τις σκέψεις των ομολόγων να στριφογυρίζουν στο κεφάλι μου. Είναι η μέρα που δε πίνω καφέ στο σπίτι για να επωφεληθώ λίγο παραπάνω ύπνο μετά από τα τελευταία ιντερνετικά ξενύχτια, αφιερωμένα στην πληροφόρηση για το θέμα της εποχής. Πως θα τους πω σε ένα τρίωρο ότι έχει συμβεί, σκέφτομαι. Το πρώτο δίωρο κυλάει αρχικά ομαλά αλλά τελικά μέσα στο μπέρδεμα, δύσκολο πράγμα να καταλάβεις την κερδοσκοπία με θεωρητικούς όρους. Την Τρίτη ώρα αρπάζομαι και εγώ και τους εξηγώ πάνω στη θεωρία το τι συμβαίνει αυτή την στιγμή εδώ με τα ομόλογα. Καταλάβανε? Εδώ δεν έχω καταλάβει εγώ πλήρως, θα καταλαβαίνουν εκείνοι με το πρώτο μάθημα; Εξεπλάγην πάντως και εγώ με το κατόρθωμά μου να τους αναπαραστήσω την αλυσίδα των γεγονότων, έστω και με μπακάλικο τρόπο. Τέλος πάντων, η αδρεναλίνη με εγκατέλειψε γρήγορα για να έλθει το συναίσθημα της θολούρας και ημιαπελπισίας που με κατατρέχει τελευταία.

Πάμε για τις γραφειοκρατικές δουλειές της μέρας και σημειώνω ότι για πρώτη φορά σκέφτηκα να βάλω τα λεφτά μου στις κάλτσες προτού μπω στην τράπεζα γιατί οι ληστές σύντομα θα επιτίθενται και στους πελάτες και όχι μόνο στους ταμίες. Τι σκέψεις ρε παιδί μου, και ύστερα κατηγορώ τη θεία μου για τρομοπληξία. Και όχι, δεν έχω τηλεόραση καν. Απλά όταν τύχει κάτι σε κάποιον διπλανό μου, νιώθω να έρχεται πιο κοντά και σε μένα. Όπως ένα ατύχημα πχ. Τελικά βγήκα όχι μόνο ακέραιος από τη μπάνκα αλλά και πιο πλούσιος. Χάρηκα για λίγο αλλά τέτοια χαρά υπάρχει για να σου θυμίζει τους λόγους για τους οποίους αγχώνεσαι και στεναχωριέσαι. Που δεν έχεις βρει μόνιμη δουλειά ακόμα, που ενώ έχεις μια ευκαιρία για καριέρα δεν την ακολουθείς με ενάργεια, που ενώ σου πρότεινε η Χ. να μιλήσεις με τον τάδε εσύ αρνήθηκες, που δεν έχεις μακρινούς στόχους, που νιώθεις όπως νιώθεις, που αυτοκατηγορείσαι, που δεν λες ένα πανηγυρικό όχι στις κωλοεπιλογές σου, που επίσης λες ναι στις επιλογές σου, που είναι να μεγαλώσεις κάποτε αλλά το παρατείνεις, που βιάζεσαι να μεγαλώσεις ταυτόχρονα παραδόξως.

Κάθομαι για καφέ και παρακολουθώ τα παιδιά του ΤΕΙ να σνομπάρουν μια συμφοιτήτριά τους, να πετάνε τις κοιλιές τους από τα συνεχόμενα μπεκροξενύχτια και να κρυφογελάνε για τις παρτούζες που πετύχαν τελευταία. Και εγώ να συνεχίζω να μιλάω για την κρίση, συγχυσμένος, αβέβαιος για το τι πράγματι γίνεται γιατί τίποτα πράγματι δε γίνεται ή μάλλον γίνεται αυτό που πάντα γινόταν και φοβάμαι το τίποτα ή αυτό που πάντα γινόταν, όπως φοβάμαι να πω who cares man…. Είναι ο ρόλος μου αυτός, η παρούσα επαγγελματική ιδιότητά μου, το προσωπείο, το βόλεμά μου. Γυρνάω από τα ψώνια που ήταν απολαυστικά και ακούω το κομματάκι αυτό του Pete Seeger με τίτλο which side are you on για να συγκινηθώ. Ακολουθούν τα I hate the white man, gates of eden και άλλα ώσπου καταφθάνω σε έναν ηλιόλουστο απελευθερωτικό θόρυβο, αναρωτώμενος για πόσο καιρό θα σπαταλιέμαι και δε θα ακολουθώ το όνειρό μου. Γυρνάω στο διάβασμα και στον ύπνο μου.

Απόγευμα πάμε με την Α. σε μια πλατεία όπως μας αρέσει και παρακολουθούμε τα παιδιά να παίζουν. Τι θύμησες, τι παιδικά αρώματα, τι ανεμελιά, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ, όπως ένα παιδί 5 χρονών που παίζει με άλλα παιδάκια. Λέω στην Α. ότι αυτοί οι άνθρωποι αν δεν είχαν τα παιδιά τους θα ήταν πεθαμένοι ψυχικά. Τι μεγάλο πράγμα, αλλά και πάλι πώς να μεγαλώνεις παιδια σήμερα? Όπως και χτες θα μου πεις. Κοιτάζω γύρω μου να δω αν πραγματικά βρίσκομαι στο σώμα μου, αν αυτό που βλέπω προέρχεται από τα μάτια μου, αν τα κτίρια γύρω μου είναι αληθινά. Είναι, πως είναι δυνατόν να είναι τόσο άσχημα? Σαν εμένα, πρέπει να το ξεπεράσω αυτό. Καθόμαστε για φαγητό και η σερβιτόρα με αποκαλεί χαϊδευτικά σκυθρωπό μα δεν το εννοούσε όπως αληθινά το ξέρω εγώ. Η Λ. πριν πάει γυμναστήριο με καλεί στο τηλέφωνο και με ρωτά τι σημαίνει όταν ο Ιάπωνας ανώτατος άρχοντας δημόσια δηλώνει ότι πρέπει να προστατευθεί η οικονομία μας (τους) και ο Ομπάμα εσπευσμένα συναντιέται με τη Μέρκελ για το θέμα της Ελλάδας. Της απαντώ ότι σύντομα θα γίνει κάτι πολύ μεγάλο. Μέχρι τότε εκφράζω την επιθυμία να πάω στη θάλασσα για μπάνιο, αγνάντεμα, κλείσιμο ματιών, χάσιμο. Γυρίζουμε πίσω και σα θύμα πιάνω το λαπτοπ, τη νέα τβ που θα κάνει πολλαπλάσιο κακό στις νέες γενιές. Κάνω τον ακτιβισμό του καναπέ, αναρωτιέμαι για άλλη μια φορά αν χαίρομαι ή λυπάμαι με όλα αυτά, βρίζω τον εαυτό μου που δεν αιωρούμαι από πάνω τους αντί να χάνομαι ανάμεσά τους και ετοιμάζομαι να δυναμώσω τα ακουστικά.