Monday, March 27, 2017

Για την 25η Μαρτίου


Στη γιορτή της 25ης Μαρτίου με πιάνει συγκίνηση και δακρύζω. Το μυαλό μου λέει ότι δακρύζω επειδή θυμάμαι μνήμες ηρωισμού, εντυπωμένες μέσα σε αυτό από την παιδική ηλικία. Συνεχίζει ερμηνεύοντας ότι ο ηρωισμός είναι μια αντρική συναισθηματική κατάσταση που ψάχνει κανείς να βρει που να την αναπτύξει και οι πόλεμοι του έθνους είναι μία καλή επένδυση. Ένα ψέμα δηλαδή που καλλιεργείται από γενιά σε γενιά τελετουργικά και μοιρολατρικά. Έλα μου ντε όμως που η καρδούλα μου λέει άλλα που δεν μπορώ να μεταφράσω εύκολα. Όταν ακούω τον εθνικό ύμνο κάτι σπαράζει μέσα μου, μια υπερηφάνεια αλλοτριωμένη από πάντα, μια αναθύμηση κοινοτικής συνείδησης που κάποτε ίσως υπήρξε και που ζει στα βάθη της καρδιάς μου και ίσως καθενός που τραγουδά τον ύμνο.

Είναι κάτι σα να γυρνάς στην παιδική σου ηλικία και να μη θέλεις να ξαναγυρίσεις στο παρόν.  Τότε που οι μύθοι είχαν νόημα και σου έδιναν προσωπική και κοινοτική υπόσταση. Μύθοι που ποτέ δεν πρέπει να εκλογικεύσεις το νόημά τους γιατί τότε θα σημαίνει ότι μεγάλωσες. Είμαστε όλοι μικροί απέναντι στην Πατρίδα, μικροί, αθώοι, πιστοί. Μα μόλις κάναμε το λάθος και μεγαλώσαμε γίναμε εθνοκάπηλοι, ηλίθιοι και προδότες μόνο προσπαθώντας να κατανοήσουμε και να επικοινωνήσουμε το νόημα της ύπαρξης του έθνους.

Γι’αυτό ενσυνείδητα γίναμε αρνητές αυτού και πολέμιοι της ιδέας του. Βρήκαμε πολλές αιτίες, ότι τα έθνη κάνουν πολέμους, ότι η ιστορία τους είναι μια απάτη νοθευμένη με ιδεολογία, ακόμα και ότι ο μισητός καπιταλισμός χρειάζεται τα έθνη-κράτη για να εξαπλωθεί. Έτσι πιστέψαμε ότι διατηρούμε την αθωότητα μας και διαφεύγουμε της εθνικιστικής έξαρσης που επικρατεί. Βγάζουμε τη γλώσσα στη σημαία, αλλάζουμε κανάλι στις ειδήσεις για την 25η Μαρτίου, αρνούμαστε τις παρελάσεις και κοροϊδεύουμε τους εορτασμούς. Ώσπου έρχεται μια γιορτή νηπιαγωγείου για να δω σημαίες, να ακούσω εμβατήρια και απαγγελίες εύκολων ηρωικών ποιημάτων από τους μικρούς ντυμένους τσολιάδες και Σουλιώτισσες και να κλάψω σαν παιδί που μόνο αγαπά και λαχταρά.

Thursday, March 9, 2017

Εξαιτίας ενός κακού ονείρου, με αφορμή ένα τραγούδι


Αν πεθάνω θα με χάσει, αν πεθάνει θα την χάσω και στην μεγαλύτερη ευτυχία φαίνεται και η μεγαλύτερη απώλεια. Στη μεγαλύτερη απώλεια είμαι μόνος και ρουφιέμαι από τα άδυτα της σκοτεινής ψυχής μου, εκεί όπου γίνομαι μυθικός. Είμαι όμως τόσο ανθρώπινος ώστε να μπορώ να αντέξω αυτό το δαίμονα να με καλεί στην αγκαλιά του; Ή κατασκευάζω θεούς και μύθους για να τον διώξω μακριά μου επικυρώνοντας την παρουσία του ως κακό; Είμαι έτοιμος να εξιλεωθώ για την ηρεμία της καθημερινότητάς μου και να δονηθώ στον συμπαντικό ηλεκτρισμό που διαπερνά το σώμα μου; Ή τρέχω να βρω καταφύγιο στην αγκαλιά της συνήθειας;

Είναι μόνο ένα συναίσθημα που τριγυρνά και εισχωρεί στους ανθρώπους και τους κάνει να επαναστατούν, να εξεγείρονται απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό, το σώμα και το μυαλό τους. Τόσο υπερβατικό και τόσο ανθρώπινο, που φυτεύει τρελές, φοβιστικές, ιδιοφυείς σκέψεις. Που γεννιέται από την υπενθύμιση του θανάτου που και αυτός τριγυρίζει παντού και λιγουρεύεται τις ψυχές μας. Παίζω κρυφτό με αυτό και στην ύστατη φοβέρα ανακαλύπτω ότι δε νικιέται και ότι μόνο μία αγκαλιά μπορεί να ρίξει το μαυρομπλε πέπλο που στήθηκε πρωί πρωί στην ψυχή μου.

Για λίγο όμως και πριν γίνει αυτό, έλαβε θεατρικό σκουροκόκκινο χρώμα και με εξώθησε στη σκηνή να παίξω το ρόλο του τρελού. Να χτυπηθώ στο δάπεδο και να γίνω αγωγός του δαιμονικού ηλεκτρισμού που εξοντώνει τη συνήθεια, παραγκωνίζει τη συνείδηση και καθαρίζει το μυαλό. Μπορώ να μην είμαι απλώς ένας άνθρωπος, να είμαι κάτι παραπάνω; Να βυθιστώ σε αυτό, χωρίς να απειλούμαι από το φόβο του θανάτου και τη συνήθεια της ζωής; Μάλλον όχι, θα παραμείνω ένας Σιντάρτα και θα κλαίω με αδυναμία σαν παιδί ποτίζοντας ανθρώπινη αγάπη. Εξαιτίας ενός κακού ονείρου, με αφορμή αυτό το τραγούδι.

Friday, October 14, 2016

Ένα πατίνι που δεν εκλάπη



Το περπάτημά του ήταν αριστοτεχνικό, όχι μόνο επειδή ήταν ξυπόλητο. Η κίνησή του απέριττα υπολογισμένη ώστε να φέρει εις πέρας την αποστολή του. "Που πας εσύ βρε;" ακούει τη φωνή μου καθώς ανοίγω το παράθυρο που βλέπει στην αυλή μας. Δε κοιτάζει πίσω, πετάει κάτω το ροζ πατίνι και φεύγει γρήγορα. Βγαίνω, πάω στο ανοιχτό πορτονάκι και κοιτάζω προς το δρόμο. Έχει προχωρήσει αρκετά, σχεδόν δε φαίνεται, ξέρει πως να πατάει και πως να φεύγει γρήγορα.


Για μια στιγμή σκέφτομαι να το φωνάξω, να του μιλήσω, να το ρωτήσω αν πραγματικά θέλει το πατίνι. Δεν το κάνω. Ήταν το δώρο που πήρε η γιαγιά στη μεγάλη της εγγονή πριν δύο χρόνια και έπαιζε πολύ με αυτό. Σε λίγο καιρό θα το δοκιμάσει και η άλλη μικρή εγγονή. Κι όμως, λέω μέσα μου, το αξίζει πραγματικά. Τέτοια τόλμη, 11 η ώρα το πρωί με τον ήλιο να λάμπει και κίνηση στο δρόμο.

Θυμήθηκα το παραμύθι με τη Χρυσομαλλούσα που διαβάζω στις μικρές. Το κοριτσάκι μόνο του στο δάσος παρασύρεται από τον πειρασμό και μπαίνει στο σπίτι μιας οικογένειας αρκούδων που έχει πάει βόλτα στο δάσος μέχρι να κρυώσει ο χυλός τους. Γεύεται το υπέροχο ζεστό πιάτο  της μικρής αρκουδίτσας, κάθεται στην κουνιστή καρέκλα της και την σπάει, κοιμάται στο απαλό κρεβάτι της και το ανακατώνει. Μέχρι που συλλαμβάνεται από τα αρκουδάκια και από φόβο πηδάει από το παράθυρο του δωματίου και φεύγει πάλι μόνο στο δάσος. Το μικρό αρκουδάκι αναρωτιέται ποιο να είναι αυτό το κοριτσάκι με τα χρυσά μαλλιά. Θα ήθελε να το γνωρίσει και να παίξουν μαζί.

Αυτή την τύχη είχα σήμερα το πρωί, να αισθανθώ λιγάκι άνθρωπος. Σκέφτηκα να το κρατήσω για μένα, να μην το πω σε κανέναν άλλον από εκείνους με τους οποίους μοιραζόμαστε την ίδια αυλή και σε άλλους περίγυρους. Βλέπεις, ηλεκτρονικό πορτόνι, ειδικός σύρτης στα πλάγια πορτάκια και ολόκληρος σκύλος δε φαίνεται να έκαναν τη δουλειά τους.

"Ποιος άφησε ανοιχτή την πόρτα;" "Μαζέψτε όλα τα παιχνίδια να μη φαίνονται" "Αυτοί πήραν και το γκαζάκι τις προάλλες" και άλλα τέτοια ακούστηκαν. Συγκαταβατικός με τις φοβίες τους, απολάμβανα τη θέαση των πραγμάτων από προνομιούχα θέση. Ο ορθολογισμός μου δε με άφησε ήσυχο βέβαια. "Και αν ήταν χρήματα ή τίποτα πολύτιμο; Θα το έβλεπες με τον ίδιο τρόπο;" "Και αν έμπαιναν μέσα στο σπίτι σου; "Και αν σε χτυπούσαν;"

Ήταν απλά ένα μικρό σκουρόχρωμο τριβολάκι που ήθελε ένα παιχνιδάκι και ρίσκαρε για να το αποκτήσει. Τι πιο αξιοσέβαστο από αυτό; Τι πιο γενναίο; Τι πιο παιχνιδιάρικο από ένα κλεμμένο χρησιμοποιημένο πατίνι που δε θα οικειοποιηθεί κανένας μεγάλος προστάτης για να εξυπηρετήσει τους δόλιους σκοπούς του;

Tuesday, September 20, 2016

Το καλοκαίρι των σκυλιών

Το καλοκαίρι των σκυλιών

Όταν βγάζεις ένα ψυγείο από την πρίζα χωρίς να έχει γίνει καμία ζημιά ή χωρίς να θέλεις να το μετακινήσεις, ένας είναι ο σημαντικότερος λόγος που το κάνεις. Επειδή φεύγεις, φεύγεις για καιρό και όταν ξανάρθεις θα έχουν περάσει τρεις ολόκληρες εποχές. Κάπως έτσι τελειώνει άλλο ένα καλοκαίρι στην εξοχή. Με τις σακούλες του ψυγείου φορτωμένες στο αυτοκίνητο. Απόγευμα, ποτέ άλλη ώρα και αφού έχει προηγηθεί το τελετουργικό της μεσημεριανής σιέστας. Δεν ακούς πλέον τις μουσικές από τα παραλιακά μπαρ, ούτε σκούζουν τα τζιτζίκια από την πολλή ζέστη. Κοιμάσαι καλύτερα από ποτέ αλλά θα πρέπει να φεύγεις. Η ζωή στην πόλη άρχισε πάλι. Οι φυλλωσιές είναι αμυδρά ελαφρύτερες από τα μπουρίνια που έριξαν τα φύλλα, το χώμα σκούρο, φρεσκοποτισμένο, τα σύννεφα παίζουν κρυφτό με τον ήλιο και μια σκας μια δροσίζεσαι. Δε θέλεις να δεις ποιος θα είναι ο νικητής.
Οι γείτονες λιγόστεψαν αισθητά και τα πρόσωπα των γονέων σκεπτικά. "Άντε και το χρόνου εδώ πάλι" ευχήθηκα. "Για να δούμε μη δε ξανάρθουμε" πήρα απάντηση. Και πέρσι το ίδιο είπαν αλλά δεν το έκαναν, δεν άφησαν μόνο τον τόπο που ονειρεύτηκα πιο πολύ ως παιδί και έπειτα. Εκεί ήσαν και φέτος και μας περίμεναν. Και πήγαν πολλοί άλλοι, συγγενείς, φίλοι και γνωστοί για επίσκεψη. Δεν ήταν και τόσο μόνοι όσο τα εκατοντάδες τσιγάρα που έσβησαν στα τασάκια, καθήμενοι στις ίδιες καρέκλες με τις ώρες, αφήνουν να εννοήσει κανείς. Εγώ όμως ξέρω ότι ήταν πιο μόνοι φέτος μετά και την οριστική απώλεια του προύχοντα της παραλιακής μας γειτονιάς. Το να μην βλέπουν ψυχή απέναντι, δέντρα να ξεραίνονται και αγκάθια να οργιάζουν τους έθλιβε, παρά τις αναλαμπές κάποιας παρουσίας εδώ και εκεί. Διότι ξέρουν ότι και εκείνων τα ψωμιά αργά ή γρήγορα τελειώνουν.
Σε μία από τις νεαρές ροδακινιές, εκεί που είναι χωμένα τα κόκκαλα του Κούκι, εκεί βρίσκεται χωμένη η μελαγχολία μου προς στιγμήν. Από εκεί ξεπηδάει το ιστορικό των εποχών να ξετυλίγεται, των ζώων, των ανθρώπων, των πραγμάτων που κάναμε, που αναμέναμε, που λαχταρούσαμε. Παρέα κάποτε, τώρα οικογένεια, ο ένας από δω, ο άλλος από κει και σπάνια, πολύ σπάνια διασταυρωνόμαστε σε άλλα μέρη, με άλλους ανθρώπους ανάμεσά μας και άλλες πολύ άλλες σκέψεις από κείνες που κάναμε κάποτε. Δίνουμε υποσχέσεις με κάποιους, από αυτές που δεν τηρούνται ποτέ, με άλλους προσέχουμε τι δίνουμε. Διότι όσο περνά ο καιρός κουβαλά πολλά κενά που περιμένουν να καλυφθούν αλλά δε ξέρουμε πως θα τα καλύψουμε. Να πούμε κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια και να πει "Αυτός είμαι, με γνωρίζεις, δεν έχω αλλάξει πολύ.." Αλλά μπορεί και να έχουμε αλλάξει πολύ, τόσο πολύ που τρομάζουμε να το δούμε ο ένας στον άλλον μην και καταρρίψουμε τις αναμνήσεις.
Μέσα σε όλα αυτά, να μια ψυχή απέναντι, πλησιάζει, έχει καιρό να εμφανιστεί, κοίτα να δεις που ήρθε η άτιμη να μας αποχαιρετίσει και να την αποχαιρετίσουμε και εμείς. 14 και με ζάχαρο, ήρθε στο κλειστό σκουριασμένο πορτόνι για μια τελευταία μυρωδιά, με κοίταξε για λίγο και γύρισε πίσω βαρυγκωμώντας. Από τη ρίζα της ροδακινιάς μέχρι το απέναντι χωράφι, δύο σκύλοι απόσταση, δύο εποχές, ίσως και περισσότερες να διαγράφονται σε κάθε τέλος καλοκαιριού.
Τα αμάξια φύγαμε και στο τέλος πάλι ένας αδέσποτος σκύλος μένει να κοιτάζει κατά μήκος του δρόμου τους ανθρώπους που το τάιζαν να φεύγουν, μαζί και το καλοκαίρι, μαζί και τις αναμνήσεις, μαζί και μια ακόμα εποχή. "Έτσι είσαι;" είπα μέσα μου. "Μικρή, πάμε για μπάνιο, το τελευταίο μας ε; Πάμε;" , " Ε, ναι μπαμπά, πάμε". Πάμε να δούμε τη μάχη του ήλιου με τα σύννεφα και του ειρηνοποιού ουράνιο τόξου να απλώνονται θεατρικά γύρω μας. Μαζί με τις κορυφές των βουνών, τα κτίρια της πόλης εκεί στην άκρη και το απέραντο γκριζογαλάζιο μπροστά μας. Πάμε να ξεχάσουμε ότι ο χρόνος περά και να ξεπλύνουμε τη θλίψη μας στην καθαρότητα της μεγάλης κυρίας που μας κρατά εκεί για άλλο ένα καλοκαίρι. Και θα μας υποδεχτεί εκεί πάλι όποτε εμείς το θελήσουμε. Αντίο θάλασσα, αντίο χρόνε, αντίο

Saturday, June 4, 2016

Έλλειψη Οράματος



Συχνά πιάνω τον εαυτό μου να συνειδητοποιεί ότι δεν έχει κανένα όραμα για το συλλογικό μέλλον του κόσμου. Για το μέλλον της χώρας, του πλανήτη, της κοινωνίας γενικότερα. Τρομάζω τότε, σκεπτόμενος πόσο λιγότερο οραματιστή με έκανε η πορεία προς την πλήρη ενηλικίωση (οικογένεια, σπίτι και εργασία) και η συμβίωση με την οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων. Όσο δε βλέπω και τους γύρω μου να έχουν υιοθετήσει αυτή την στάση αναρωτιέμαι για το που πήγαν τα οράματα για έναν καλύτερο κόσμο. Για το αν ανήκουν σε μια ηλικιακή και ψυχολογική κατάσταση, εκείνη της μετα-εφηβείας, που αποτελεί οριστικά και αμετάκλητα παρελθόν και ως εκ τούτου χρειάζεται να αναθεωρηθούν σε μια περισσότερο ρεαλιστική βάση.

Με προβληματίζει αυτή η ρεαλιστική αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Για την ακρίβεια δε νιώθω άνετα με αυτή ακόμα και αν την ζω και ο ίδιος. Τη βιώνω μέσα από την αντιμετώπιση των ευθυνών της καθημερινότητας, την διεκπεραίωση πραγματικών και μη υλικών και άλλων αναγκών, την αλλοτριωτική επίδραση της εργασίας, τη συνύπαρξη με έναν κόσμο που αναπαράγει όλα τα στερεότυπα του παρελθόντος. Από την άλλη, ελπίδα μου δίνουν η δύναμη που παίρνω από την υπευθυνότητα, η ευχαρίστηση από την ικανοποίηση αυτών των αναγκών και από μια αποδοτική μέρα στη δουλειά, ο εντοπισμός στοιχείων που μπορούν να δώσουν δημιουργική δυναμική στη χάραξη του μέλλοντος. Ακόμα όμως και αυτά τα πράγματα που μου δίνουν ελπίδα τα βιώνω με έναν αποσπασματικό, ατομικιστικό τρόπο, σα να αφορούν μόνο το άτομό μου και όχι ένα όραμα, μια θέαση όλου του κόσμου που με περιβάλλει. Πως μπορεί κάποιος να ελπίζει για τον εαυτόν του χωρίς να οραματίζεται για το όλον και παρόλα αυτά να μην υποκύπτει στον ατομικισμό; Πως γίνεται να πλάθουμε ωραίες εικόνες για τη ζωή μας και να τις μοιραζόμαστε αν αυτές δεν αφορούν και τους γύρω μας;

Τώρα που η ελπίδα για μια ριζοσπαστική πολιτική αλλαγή έδειξε τα όριά της, νιώθω ακόμα πιο ανίσχυρος κοινωνικά, ακόμα λιγότερο εκπροσωπημένος ιδεολογικά, ακόμα πιο απαισιόδοξος για τη δυνατότητα να υπάρξει ένας εναλλακτικός δρόμος πέρα από αυτόν της καθημερινής σκληρότητας που μας περιβάλλει. Άθελα μου υποκύπτω στην ευκολία της αδιαφορίας και του βολέματος με αυτά που έχω (που μου έχουν δοθεί) κοιτώντας μόνο πως θα ελιχθώ καλύτερα για να γλιτώσω την υποβάθμιση και την καταδίκη που έχει σαρώσει άλλους. Γίνομαι ένας μικροαστός, καχύποπτος σε κάθε προοδευτική πράξη και φιλικά διακείμενος σε κάθε συντηρητική. Είμαι παιδί του συστήματος που γεννάει τις κρίσεις, αυτό τουλάχιστον το αναγνωρίζω.

Στην περιφέρεια που κατοικώ όλα μοιάζουν να κινούνται προς μια προδιαγεγραμμένη πορεία προς την αγκύλωση των συνειδήσεων. Οι άνθρωποι δουλεύουν, και όσοι είναι άνεργοι ονειρεύονται να βρουν δουλειά. Αυτό το λες πρόοδο από την κατάσταση της τεμπελιάς, αλλά όσο σκέφτομαι ότι η εργασία στα χρόνια που ζούμε δεν απέχει και πολύ από τη δουλεία, το λες επίσης και οπισθοχώρηση στην κατάσταση της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης. Οι άνθρωποι ψωνίζουν, όσοι έχουν χρήματα για ξόδεμα και όσοι δεν έχουν ονειρεύονται λεφτά. Αυτό το λες ανάπτυξη (ισχνή σίγουρα και άνιση) σε σχέση με την κατάσταση της φτώχειας, αλλά η φύση της υπερκατανάλωσης που έχει κατακτήσει τις σύγχρονες συνειδήσεις το καθιστούν μαζική ψυχοκοινωνική αρρώστια. Οι άνθρωποι βεβαίως κάνουν παιδιά, πηγαίνουν βόλτες, και κάνουν άπειρα ακόμα πράγματα χωρίς να τους νοιάζει το όραμα για το συλλογικό μέλλον. Έτσι κι εγώ τους ακολουθώ για να μη νιώσω μοναξιά και πονέσω με τη φρίκη της ζωής που εκτυλίσσεται γύρω μου. Και ξεχνάω τον πόνο, αρνούμαι το θάνατο και αδιαφορώ προς τα συναισθήματα. Ελπίζω μόνο για εκείνα που μπορούν να γίνουν και σκοτώνω το όνειρο. Ερωτεύομαι μέχρι εκεί που παίρνω ηδονή και φεύγω με τον πρώτο πόνο. Παραδίνομαι εύκολα σε εκείνον που με πείθει ορθολογικά για την ανυπαρξία του οράματος μέχρι που ακινητοποιούμαι. Μέχρι που δεν υπάρχω σαν αυτούσια οντότητα αλλά μόνο σαν εξάρτημα μιας μηχανής που με ξεπερνά και τις λειτουργίες της δε μπορώ να λογαριάσω παρά μόνο να ελπίσω ότι έχει φτιαχτεί για το καλό μου. Έτσι νομίζω ότι είμαι ευτυχισμένος.

Μη με αδικείς, είμαι σαν εσένα, με λίγη περισσότερη ή λιγότερη αυτοσυνειδησία. Προσπαθώ μόνο να μαζέψω τα κομμάτια μου από τα χτυπήματα που δέχομαι κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσης ούτως ώστε να χτίσω έναν πιο στέρεο κόσμο για μένα και τους απογόνους μου. Σκέφτηκα ότι όλα αυτά ακούγονται πολύ προσωπικά για να αφορούν και τους άλλους αλλά αμέσως μετά πάλι σκέφτηκα ότι μόλις είχα κάνει μια ατομικιστική σκέψη. Γι' αυτό και μόνο είπα να στα δώσω να τα διαβάσεις και εσύ.

Tuesday, May 31, 2016

Ο νέος μνησίκακος άνθρωπος


Ο νέος μνησίκακος άνθρωπος

Αγαπά το χρήμα, εκείνο που του λείπει, γιατί κατά τα άλλα έχει όσο του φτάνει για να τα βγάλει πέρα. Μισεί όμως  τους πλούσιους, ειδικά εκείνους ο πλούτος των οποίων δε φαίνεται πουθενά, αλλά εικάζεται ότι υπάρχει από τον ευγενικό τρόπο που μιλάνε, από τις γνώσεις που έχουν και κυρίως από την κοινωνική ευαισθησία που τους διακατέχει. Ταυτόχρονα μισεί και τους φτωχούς, ειδικά εκείνους που η φτώχεια τους φαίνεται διάπλατα στα λιμάνια ως μετανάστες, στις καφετέριες του 1,5 ευρώ ως άνεργοι, στην τηλεόραση ως πρόσφυγες και στους δρόμους ως άστεγοι, ακρωτηριασμένοι, πρεζάκια και μουρλαμένοι.

Είναι ο νέος τύπος μνησίκακου ανθρώπου, εκείνου που για όλα τα δεινά που τον βρίσκουν κατηγορεί τους άλλους και ιδίως τα μεγαλύτερα θύματα της κοινής πηγής αυτών των δεινών. Το ισχυρότερο επιχείρημά του είναι ότι αυτοί και κανένας άλλος δεν ευθύνονται για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει. Όφειλαν κατά τη συλλογιστική του ίδιου επιχειρήματος να έχουν μεριμνήσει για την ατομική τους κατάσταση, ώστε ακόμα και υπό γενικότερη κοινωνική κρίση να μπορούν να βρουν λύσεις και διεξόδους για τη ζωή τους.

Είναι νευρικοί και γενικά ευχάριστοι τύποι. Ομιλούν πολύ και φαίνονται σίγουροι για τις απόψεις τους. Αν ένα πράγμα τους δίδαξε αυτή η οικονομική κρίση είναι ότι αν είσαι αρκετά δυνατός και έξυπνος μπορείς να επιζήσεις, ακόμα και να βγεις νικητής από αυτήν. Άρα και  πλουσιότερος. Πλην όμως διακατέχονται από μια ανυπομονησία και έχουν αποκτήσει έναν μόνιμο μορφασμό θυμού στο πρόσωπό τους από την αδυναμία τους να βγουν νικητές, δυνατότεροι, πλουσιότεροι. Έτσι ρίχνουν τις ευθύνες στα εύκολα θύματα της κοινωνίας και για τον παραπάνω λόγο ότι αυτά ζητούν βοήθεια, παρακαλάνε για οίκτο, απαιτούν κάποιο σεβασμό, πράγματα αντιπαθητικά διότι στρέφουν το ενδιαφέρον της υπόθεσης από "το τέλος της φτώχειας" (εξαφανίστε τους εν ανάγκη) στο "βοηθήστε τους φτωχούς" (τους επιβραβεύεται και από πάνω).

Και εδώ εμφανίζεται εκείνη η φιλήσυχη τάξη των πλούσιων ανθρώπων που έρχονται να βοηθήσουν, γεμάτοι ωραία λόγια, πολιτική ορθότητα, κοινωνική ευαισθησία. Τους μισούν αφάνταστα διότι ο πλούτους τους δεν είναι υλικός, και παρά την κρίση που μπορεί να πλήττει και τους ίδιος, είναι εκεί και βοηθάνε, εκπαιδεύουν, γιατρεύουν, συμπαραστέκονται, αγωνίζονται και διεκδικούν. Είσαι συνδικαλιστής και παλεύεις για τα δικαιώματα της εργασίας σου, σε αποκαλούν τεμπέλη και σου λένε να πας να δουλέψεις πρώτα και να αγωνίζεσαι μετά. Είσαι ακτιβιστής και διεκδικείς κοινωνικά δικαιώματα για όλους, σε αποκαλούν υποκριτή και φερέφωνο αλλότριων συμφερόντων. Είσαι εκπαιδευτικός και θέλεις να ανοίξεις τα μάτια των μαθητών μιλώντας τους για την κοινωνική αδικία, για αυτούς είσαι ένας φαντασμένος ονειροπόλος, που δεν μαθαίνεις τους μαθητές πως να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες που θα τους εμφανιστούν στη ζωή. Ο πλούτος όλων αυτών είναι ηθικός, πνευματικός και αυτόν φοβούνται όλοι οι απάνθρωποι νεορεαλιστές, γέννημα θρέμμα της οικονομικής κρίσης.

Δεν ήταν έτσι πάντα ή δεν ήταν έτσι ακριβώς. Πριν την κρίση ήταν φιλικοί αν και κάπως αδιάφοροι προς τους άλλους, συμπαθούσαν τους επιτυχημένους μεν αλλά δεν τους φθονούσαν, υποστήριζαν ακόμα και τους σοσιαλιστές αν και γελούσαν μαζί τους. Μέσα σε λίγα χρόνια σκλήρυναν, δεν γελάνε με την ψυχή τους (έστω και αν το έκαναν μόνο όταν πήγαιναν στα μπουζούκια) αλλά με χαιρεκακία για τα δεινά των αδύναμων. Σίγουροι ότι δεν ανήκουν στην ίδια φυλή με αυτούς συντάσσονται με το κοπάδι του πολιτισμού της προόδου που δεν ανέχεται οπισθοχωρήσεις και κοιτάζει μπροστά. Μπροστά σε έναν κόσμο με δυνατούς και αδύνατους, πλούσιους και φτωχούς, έναν κόσμο έτσι όπως πρέπει να είναι πλασμένος, απαλλαγμένος από εκείνους τους συναισθηματικούς που ανήκαν στη μεσαία τάξη και ήθελαν να αλλάξουν τους συσχετισμούς. Για την ακρίβεια αποζητούν να πάρουν τη θέση αυτών και να αποτελέσουν το πρότυπο του νέου μέσου ανθρώπου με τα χαρακτηριστικά της νέας μεσαίας τάξης, αυτής που αναδύεται μέσα από τους μετασχηματισμούς που προκαλεί η κρίση.

Στη θέση της συμπάθειας βάζουν την ισχύ και στη θέση της ανεκτικότητας την καταστολή. Αντιπαρατάσσουν τον λογιστικό ορθολογισμό απέναντι σε κάθε μη ωφελιμιστική πράξη και το σπουδαιότερο κοινωνικό αγαθό γι΄αυτούς είναι η ασφάλεια και όχι η ελευθερία. Αγνοώντας ότι υπάρχει ένα ιστορικοκοινωνικό γίγνεσθαι που τους ξεπερνά και δημιουργεί τέτοιες έξεις νομίζουν ότι διαγράφοντας μεμονωμένα κεφάλαια της ιστορίας, όλη τους η ζωή θα ήταν διαφορετική. Ανακαλύπτουν ότι οι Εβραίοι κινούν τα νήματα της οικονομίας και ότι υπάρχει συντονισμένο σχέδιο ισλαμοποίησης της Δύσης, ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι ευθύνονται για την κρίση του δημόσιου χρέους και ότι η δημοκρατία έχει πολλά ελαττώματα σε σχέση με τη χούντα . Κακισμένοι με όλα αυτά στρέφονται με μίσος σε οτιδήποτε μπορεί να τους θυμίζει ότι τα πράγματα μπορεί να μην είναι έτσι ακριβώς όπως τα σκέφτονται.  Και είναι έτοιμοι να γράψουν για άλλη μια φορά την ιστορία όπως κάνουν κάθε φορά που εκείνη βρίσκεται σε αδιέξοδο και ζητά τη συνδρομή τους. Τι θα έχει να πει άραγε ο ιστορικός του μέλλοντος για τους μνησίκακους μικροαστούς της μετακρισιακής εποχής;

Sunday, March 6, 2016

Χαμένοι στη μετάφραση


Χαμένοι στη μετάφραση βρίσκονται οι πάλαι ποτέ φίλοι της επονομαζόμενης αριστεράς, αυτής που πίστεψε ότι μπορεί να αναλάβει την εξουσία και να ανατρέψει χρόνιες αδικίες στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου. Και τώρα που βρίσκεται στην εξουσία προσπαθεί να ζυγίσει τα βάρη της συνεχιζόμενης κρίσης που αδυνατεί η ίδια να αναστρέψει, θεωρώντας λίγο πολύ ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέρα από αυτόν της διαχείρισης. Αφήνει έτσι για το απώτερο μέλλον τις λύσεις, σε εκείνο που οι εταίροι αν είναι καλοί θα κάνουν μια καλή αξιολόγηση και αν θέλουν θα παράσχουν στη χώρα την πολυπόθητη για την κυβέρνηση ελάφρυνση του χρέους. Στόχο στον οποίο ποντάρουν τα μέγιστα και ήδη μάλλον προετοιμάζουν τα πανηγύρια για μια τέτοια μεγάλη νίκη της αριστεράς. Την επιμήκυνση δηλαδή του χρέους εις το διηνεκές.

Στην πολιτική βέβαια οι μεταφράσεις και οι ερμηνείες πολλές, η ανάγκη όμως αδιαπραγμάτευτη. Τι γίνεται τώρα λοιπόν που η ανάγκη για αλλαγή σελίδας περιμένει στο αόριστο μέλλον; Γίνεται να έχουν ξεμυτίσει όλα τα κοράκια του νεοφιλελευθερισμού και να μαίνονται εναντίον της κυβέρνησης αυτής με περισσή αλαζονεία και με μια ανάκαμψη της αυτοπεποίθησής τους, λίγους μήνες μετά την κατακρήμνιση τους στις εκλογές του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου. Ξέρουν πολύ καλά ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης έχει απογοητευτεί με την κυβέρνηση και προσπαθούν να το προσεταιριστούν. Αυτό βέβαια απαιτεί έναν ριζοσπάστη αριστερό να τον γυρίσεις σε νεοφιλελεύθερο δεξιό. Στην εποχή και τη χώρα που οι ταμπέλες έχουν κατακρημνιστεί εντελώς μετά και τις κωλοτούμπες του Σύριζα αυτό δε μοιάζει και τόσο δύσκολο. Η απογοήτευση μπορεί  εύκολα να μετατραπεί σε οργή και η τελευταία σε τιμωρία. Με λίγα λόγια η αποτυχία του Σύριζα να τα βάλει με τους "εταίρους", έτσι όπως τουλάχιστον διακήρυττε, προβάλλεται στο συλλογικό ασυνείδητο ως μια ιστορική αποτυχία της αριστεράς να εφαρμόσει μια εναλλακτική στο νεοφιλελευθερισμό πρόταση. Οι απογοητευμένες μάζες θυμούνται το σοσιαλδημοκρατικό παρελθόν τους, όσοι τουλάχιστον δεν πάνε πάλι στο ΚΚΕ. Λένε το πιο απλό "και τι διαφορετικό θα είχαμε αν ήταν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία;".

Έτσι λοιπόν ξαναβγήκαν παγανιά τα αγριόρνιθα του νεοφιλελευθερισμού σε όλες του τις μορφές, ιδιαίτερα τις πιο επιθετικές στο οικονομικό και τις πιο απάνθρωπες στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Βρίσκουν ελεύθερο πεδίο απούσης μιας συντεταγμένης και πειστικής πολιτικής από την "αριστερά", ώστε να περάσουν τις πιο αντιδραστικές απόψεις ως κάτι απολύτως αναγκαίο για τη χώρα. Οι μετατοπίσεις του κοινού νου εν καιρώ κρίσης βοηθάνε τα μέγιστα σε αυτό. Συζητώντας με τους γύρω μου αντιλαμβάνομαι ένα τεράστιο ιδεολογικό μπέρδεμα σχετικά με όλα τα φλέγοντα ζητήματα πολιτικής που αφορούν τον τόπο, από το χρέος μέχρι τους πρόσφυγες. Μέσα σε διάστημα λεπτών κάποιος από αριστερός ανθρωπιστής γίνεται συντηρητικός αντιδραστικός εν αγνοία του φυσικά. Άποψή μου είναι ότι η παραπάνω αποτυχία αυτής της κυβέρνησης βγάζει από την πρώτη θέση των προβλημάτων της χώρας τη διαχείριση του χρέους και συγκεκριμένα την ανάγκη άρνησής αυτού έτσι όπως την καθόρισε όταν ήταν αντιπολίτευση. Αφήνει έτσι χώρο για άλλα χρόνια μεν προβλήματα όπως τη διαπλοκή, το ασφαλιστικό, τη φορολόγηση του τουριστικού ή αγροτικού προϊόντος κ.α. να παρουσιάζονται σα δομικά προβλήματα, περισσότερο ακόμα και από την ίδια την υποδούλωση στο χρέος που έχει υποστεί ο τόπος. Μαζί με την καταβαράθρωση της αντιμνημονιακής ρητορικής καταρρέει και ένα ολόκληρο ιδεολογικό οικοδόμημα που στήριξε την ελπίδα της εναλλακτικής άποψης. Τα συντρίμμια αυτού ανακατεύονται με κάθε λογής αντιδραστικές φωνές "ανοικοδόμησης" έτσι ώστε το νέο ιδεολογικό οικοδόμημα να μοιάζει σαν ένα έκτρωμα της μεταμοντέρνας-μετακρισιακής εποχής.

Φαινόμενα του καιρού μας θα μου πείτε, του βυθισμένου στα πολιτικά διλήμματα της αντιμετώπισης μιας οικονομικής κρίσης. Θα μου πείτε επίσης "πάντα έτσι δε συνέβαινε, τουλάχιστον επί καπιταλιστικού συστήματος, με κρίση ή χωρίς;"