Saturday, June 4, 2016

Έλλειψη Οράματος



Συχνά πιάνω τον εαυτό μου να συνειδητοποιεί ότι δεν έχει κανένα όραμα για το συλλογικό μέλλον του κόσμου. Για το μέλλον της χώρας, του πλανήτη, της κοινωνίας γενικότερα. Τρομάζω τότε, σκεπτόμενος πόσο λιγότερο οραματιστή με έκανε η πορεία προς την πλήρη ενηλικίωση (οικογένεια, σπίτι και εργασία) και η συμβίωση με την οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων. Όσο δε βλέπω και τους γύρω μου να έχουν υιοθετήσει αυτή την στάση αναρωτιέμαι για το που πήγαν τα οράματα για έναν καλύτερο κόσμο. Για το αν ανήκουν σε μια ηλικιακή και ψυχολογική κατάσταση, εκείνη της μετα-εφηβείας, που αποτελεί οριστικά και αμετάκλητα παρελθόν και ως εκ τούτου χρειάζεται να αναθεωρηθούν σε μια περισσότερο ρεαλιστική βάση.

Με προβληματίζει αυτή η ρεαλιστική αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Για την ακρίβεια δε νιώθω άνετα με αυτή ακόμα και αν την ζω και ο ίδιος. Τη βιώνω μέσα από την αντιμετώπιση των ευθυνών της καθημερινότητας, την διεκπεραίωση πραγματικών και μη υλικών και άλλων αναγκών, την αλλοτριωτική επίδραση της εργασίας, τη συνύπαρξη με έναν κόσμο που αναπαράγει όλα τα στερεότυπα του παρελθόντος. Από την άλλη, ελπίδα μου δίνουν η δύναμη που παίρνω από την υπευθυνότητα, η ευχαρίστηση από την ικανοποίηση αυτών των αναγκών και από μια αποδοτική μέρα στη δουλειά, ο εντοπισμός στοιχείων που μπορούν να δώσουν δημιουργική δυναμική στη χάραξη του μέλλοντος. Ακόμα όμως και αυτά τα πράγματα που μου δίνουν ελπίδα τα βιώνω με έναν αποσπασματικό, ατομικιστικό τρόπο, σα να αφορούν μόνο το άτομό μου και όχι ένα όραμα, μια θέαση όλου του κόσμου που με περιβάλλει. Πως μπορεί κάποιος να ελπίζει για τον εαυτόν του χωρίς να οραματίζεται για το όλον και παρόλα αυτά να μην υποκύπτει στον ατομικισμό; Πως γίνεται να πλάθουμε ωραίες εικόνες για τη ζωή μας και να τις μοιραζόμαστε αν αυτές δεν αφορούν και τους γύρω μας;

Τώρα που η ελπίδα για μια ριζοσπαστική πολιτική αλλαγή έδειξε τα όριά της, νιώθω ακόμα πιο ανίσχυρος κοινωνικά, ακόμα λιγότερο εκπροσωπημένος ιδεολογικά, ακόμα πιο απαισιόδοξος για τη δυνατότητα να υπάρξει ένας εναλλακτικός δρόμος πέρα από αυτόν της καθημερινής σκληρότητας που μας περιβάλλει. Άθελα μου υποκύπτω στην ευκολία της αδιαφορίας και του βολέματος με αυτά που έχω (που μου έχουν δοθεί) κοιτώντας μόνο πως θα ελιχθώ καλύτερα για να γλιτώσω την υποβάθμιση και την καταδίκη που έχει σαρώσει άλλους. Γίνομαι ένας μικροαστός, καχύποπτος σε κάθε προοδευτική πράξη και φιλικά διακείμενος σε κάθε συντηρητική. Είμαι παιδί του συστήματος που γεννάει τις κρίσεις, αυτό τουλάχιστον το αναγνωρίζω.

Στην περιφέρεια που κατοικώ όλα μοιάζουν να κινούνται προς μια προδιαγεγραμμένη πορεία προς την αγκύλωση των συνειδήσεων. Οι άνθρωποι δουλεύουν, και όσοι είναι άνεργοι ονειρεύονται να βρουν δουλειά. Αυτό το λες πρόοδο από την κατάσταση της τεμπελιάς, αλλά όσο σκέφτομαι ότι η εργασία στα χρόνια που ζούμε δεν απέχει και πολύ από τη δουλεία, το λες επίσης και οπισθοχώρηση στην κατάσταση της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης. Οι άνθρωποι ψωνίζουν, όσοι έχουν χρήματα για ξόδεμα και όσοι δεν έχουν ονειρεύονται λεφτά. Αυτό το λες ανάπτυξη (ισχνή σίγουρα και άνιση) σε σχέση με την κατάσταση της φτώχειας, αλλά η φύση της υπερκατανάλωσης που έχει κατακτήσει τις σύγχρονες συνειδήσεις το καθιστούν μαζική ψυχοκοινωνική αρρώστια. Οι άνθρωποι βεβαίως κάνουν παιδιά, πηγαίνουν βόλτες, και κάνουν άπειρα ακόμα πράγματα χωρίς να τους νοιάζει το όραμα για το συλλογικό μέλλον. Έτσι κι εγώ τους ακολουθώ για να μη νιώσω μοναξιά και πονέσω με τη φρίκη της ζωής που εκτυλίσσεται γύρω μου. Και ξεχνάω τον πόνο, αρνούμαι το θάνατο και αδιαφορώ προς τα συναισθήματα. Ελπίζω μόνο για εκείνα που μπορούν να γίνουν και σκοτώνω το όνειρο. Ερωτεύομαι μέχρι εκεί που παίρνω ηδονή και φεύγω με τον πρώτο πόνο. Παραδίνομαι εύκολα σε εκείνον που με πείθει ορθολογικά για την ανυπαρξία του οράματος μέχρι που ακινητοποιούμαι. Μέχρι που δεν υπάρχω σαν αυτούσια οντότητα αλλά μόνο σαν εξάρτημα μιας μηχανής που με ξεπερνά και τις λειτουργίες της δε μπορώ να λογαριάσω παρά μόνο να ελπίσω ότι έχει φτιαχτεί για το καλό μου. Έτσι νομίζω ότι είμαι ευτυχισμένος.

Μη με αδικείς, είμαι σαν εσένα, με λίγη περισσότερη ή λιγότερη αυτοσυνειδησία. Προσπαθώ μόνο να μαζέψω τα κομμάτια μου από τα χτυπήματα που δέχομαι κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσης ούτως ώστε να χτίσω έναν πιο στέρεο κόσμο για μένα και τους απογόνους μου. Σκέφτηκα ότι όλα αυτά ακούγονται πολύ προσωπικά για να αφορούν και τους άλλους αλλά αμέσως μετά πάλι σκέφτηκα ότι μόλις είχα κάνει μια ατομικιστική σκέψη. Γι' αυτό και μόνο είπα να στα δώσω να τα διαβάσεις και εσύ.

Tuesday, May 31, 2016

Ο νέος μνησίκακος άνθρωπος


Ο νέος μνησίκακος άνθρωπος

Αγαπά το χρήμα, εκείνο που του λείπει, γιατί κατά τα άλλα έχει όσο του φτάνει για να τα βγάλει πέρα. Μισεί όμως  τους πλούσιους, ειδικά εκείνους ο πλούτος των οποίων δε φαίνεται πουθενά, αλλά εικάζεται ότι υπάρχει από τον ευγενικό τρόπο που μιλάνε, από τις γνώσεις που έχουν και κυρίως από την κοινωνική ευαισθησία που τους διακατέχει. Ταυτόχρονα μισεί και τους φτωχούς, ειδικά εκείνους που η φτώχεια τους φαίνεται διάπλατα στα λιμάνια ως μετανάστες, στις καφετέριες του 1,5 ευρώ ως άνεργοι, στην τηλεόραση ως πρόσφυγες και στους δρόμους ως άστεγοι, ακρωτηριασμένοι, πρεζάκια και μουρλαμένοι.

Είναι ο νέος τύπος μνησίκακου ανθρώπου, εκείνου που για όλα τα δεινά που τον βρίσκουν κατηγορεί τους άλλους και ιδίως τα μεγαλύτερα θύματα της κοινής πηγής αυτών των δεινών. Το ισχυρότερο επιχείρημά του είναι ότι αυτοί και κανένας άλλος δεν ευθύνονται για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει. Όφειλαν κατά τη συλλογιστική του ίδιου επιχειρήματος να έχουν μεριμνήσει για την ατομική τους κατάσταση, ώστε ακόμα και υπό γενικότερη κοινωνική κρίση να μπορούν να βρουν λύσεις και διεξόδους για τη ζωή τους.

Είναι νευρικοί και γενικά ευχάριστοι τύποι. Ομιλούν πολύ και φαίνονται σίγουροι για τις απόψεις τους. Αν ένα πράγμα τους δίδαξε αυτή η οικονομική κρίση είναι ότι αν είσαι αρκετά δυνατός και έξυπνος μπορείς να επιζήσεις, ακόμα και να βγεις νικητής από αυτήν. Άρα και  πλουσιότερος. Πλην όμως διακατέχονται από μια ανυπομονησία και έχουν αποκτήσει έναν μόνιμο μορφασμό θυμού στο πρόσωπό τους από την αδυναμία τους να βγουν νικητές, δυνατότεροι, πλουσιότεροι. Έτσι ρίχνουν τις ευθύνες στα εύκολα θύματα της κοινωνίας και για τον παραπάνω λόγο ότι αυτά ζητούν βοήθεια, παρακαλάνε για οίκτο, απαιτούν κάποιο σεβασμό, πράγματα αντιπαθητικά διότι στρέφουν το ενδιαφέρον της υπόθεσης από "το τέλος της φτώχειας" (εξαφανίστε τους εν ανάγκη) στο "βοηθήστε τους φτωχούς" (τους επιβραβεύεται και από πάνω).

Και εδώ εμφανίζεται εκείνη η φιλήσυχη τάξη των πλούσιων ανθρώπων που έρχονται να βοηθήσουν, γεμάτοι ωραία λόγια, πολιτική ορθότητα, κοινωνική ευαισθησία. Τους μισούν αφάνταστα διότι ο πλούτους τους δεν είναι υλικός, και παρά την κρίση που μπορεί να πλήττει και τους ίδιος, είναι εκεί και βοηθάνε, εκπαιδεύουν, γιατρεύουν, συμπαραστέκονται, αγωνίζονται και διεκδικούν. Είσαι συνδικαλιστής και παλεύεις για τα δικαιώματα της εργασίας σου, σε αποκαλούν τεμπέλη και σου λένε να πας να δουλέψεις πρώτα και να αγωνίζεσαι μετά. Είσαι ακτιβιστής και διεκδικείς κοινωνικά δικαιώματα για όλους, σε αποκαλούν υποκριτή και φερέφωνο αλλότριων συμφερόντων. Είσαι εκπαιδευτικός και θέλεις να ανοίξεις τα μάτια των μαθητών μιλώντας τους για την κοινωνική αδικία, για αυτούς είσαι ένας φαντασμένος ονειροπόλος, που δεν μαθαίνεις τους μαθητές πως να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες που θα τους εμφανιστούν στη ζωή. Ο πλούτος όλων αυτών είναι ηθικός, πνευματικός και αυτόν φοβούνται όλοι οι απάνθρωποι νεορεαλιστές, γέννημα θρέμμα της οικονομικής κρίσης.

Δεν ήταν έτσι πάντα ή δεν ήταν έτσι ακριβώς. Πριν την κρίση ήταν φιλικοί αν και κάπως αδιάφοροι προς τους άλλους, συμπαθούσαν τους επιτυχημένους μεν αλλά δεν τους φθονούσαν, υποστήριζαν ακόμα και τους σοσιαλιστές αν και γελούσαν μαζί τους. Μέσα σε λίγα χρόνια σκλήρυναν, δεν γελάνε με την ψυχή τους (έστω και αν το έκαναν μόνο όταν πήγαιναν στα μπουζούκια) αλλά με χαιρεκακία για τα δεινά των αδύναμων. Σίγουροι ότι δεν ανήκουν στην ίδια φυλή με αυτούς συντάσσονται με το κοπάδι του πολιτισμού της προόδου που δεν ανέχεται οπισθοχωρήσεις και κοιτάζει μπροστά. Μπροστά σε έναν κόσμο με δυνατούς και αδύνατους, πλούσιους και φτωχούς, έναν κόσμο έτσι όπως πρέπει να είναι πλασμένος, απαλλαγμένος από εκείνους τους συναισθηματικούς που ανήκαν στη μεσαία τάξη και ήθελαν να αλλάξουν τους συσχετισμούς. Για την ακρίβεια αποζητούν να πάρουν τη θέση αυτών και να αποτελέσουν το πρότυπο του νέου μέσου ανθρώπου με τα χαρακτηριστικά της νέας μεσαίας τάξης, αυτής που αναδύεται μέσα από τους μετασχηματισμούς που προκαλεί η κρίση.

Στη θέση της συμπάθειας βάζουν την ισχύ και στη θέση της ανεκτικότητας την καταστολή. Αντιπαρατάσσουν τον λογιστικό ορθολογισμό απέναντι σε κάθε μη ωφελιμιστική πράξη και το σπουδαιότερο κοινωνικό αγαθό γι΄αυτούς είναι η ασφάλεια και όχι η ελευθερία. Αγνοώντας ότι υπάρχει ένα ιστορικοκοινωνικό γίγνεσθαι που τους ξεπερνά και δημιουργεί τέτοιες έξεις νομίζουν ότι διαγράφοντας μεμονωμένα κεφάλαια της ιστορίας, όλη τους η ζωή θα ήταν διαφορετική. Ανακαλύπτουν ότι οι Εβραίοι κινούν τα νήματα της οικονομίας και ότι υπάρχει συντονισμένο σχέδιο ισλαμοποίησης της Δύσης, ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι ευθύνονται για την κρίση του δημόσιου χρέους και ότι η δημοκρατία έχει πολλά ελαττώματα σε σχέση με τη χούντα . Κακισμένοι με όλα αυτά στρέφονται με μίσος σε οτιδήποτε μπορεί να τους θυμίζει ότι τα πράγματα μπορεί να μην είναι έτσι ακριβώς όπως τα σκέφτονται.  Και είναι έτοιμοι να γράψουν για άλλη μια φορά την ιστορία όπως κάνουν κάθε φορά που εκείνη βρίσκεται σε αδιέξοδο και ζητά τη συνδρομή τους. Τι θα έχει να πει άραγε ο ιστορικός του μέλλοντος για τους μνησίκακους μικροαστούς της μετακρισιακής εποχής;

Sunday, March 6, 2016

Χαμένοι στη μετάφραση


Χαμένοι στη μετάφραση βρίσκονται οι πάλαι ποτέ φίλοι της επονομαζόμενης αριστεράς, αυτής που πίστεψε ότι μπορεί να αναλάβει την εξουσία και να ανατρέψει χρόνιες αδικίες στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου. Και τώρα που βρίσκεται στην εξουσία προσπαθεί να ζυγίσει τα βάρη της συνεχιζόμενης κρίσης που αδυνατεί η ίδια να αναστρέψει, θεωρώντας λίγο πολύ ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέρα από αυτόν της διαχείρισης. Αφήνει έτσι για το απώτερο μέλλον τις λύσεις, σε εκείνο που οι εταίροι αν είναι καλοί θα κάνουν μια καλή αξιολόγηση και αν θέλουν θα παράσχουν στη χώρα την πολυπόθητη για την κυβέρνηση ελάφρυνση του χρέους. Στόχο στον οποίο ποντάρουν τα μέγιστα και ήδη μάλλον προετοιμάζουν τα πανηγύρια για μια τέτοια μεγάλη νίκη της αριστεράς. Την επιμήκυνση δηλαδή του χρέους εις το διηνεκές.

Στην πολιτική βέβαια οι μεταφράσεις και οι ερμηνείες πολλές, η ανάγκη όμως αδιαπραγμάτευτη. Τι γίνεται τώρα λοιπόν που η ανάγκη για αλλαγή σελίδας περιμένει στο αόριστο μέλλον; Γίνεται να έχουν ξεμυτίσει όλα τα κοράκια του νεοφιλελευθερισμού και να μαίνονται εναντίον της κυβέρνησης αυτής με περισσή αλαζονεία και με μια ανάκαμψη της αυτοπεποίθησής τους, λίγους μήνες μετά την κατακρήμνιση τους στις εκλογές του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου. Ξέρουν πολύ καλά ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης έχει απογοητευτεί με την κυβέρνηση και προσπαθούν να το προσεταιριστούν. Αυτό βέβαια απαιτεί έναν ριζοσπάστη αριστερό να τον γυρίσεις σε νεοφιλελεύθερο δεξιό. Στην εποχή και τη χώρα που οι ταμπέλες έχουν κατακρημνιστεί εντελώς μετά και τις κωλοτούμπες του Σύριζα αυτό δε μοιάζει και τόσο δύσκολο. Η απογοήτευση μπορεί  εύκολα να μετατραπεί σε οργή και η τελευταία σε τιμωρία. Με λίγα λόγια η αποτυχία του Σύριζα να τα βάλει με τους "εταίρους", έτσι όπως τουλάχιστον διακήρυττε, προβάλλεται στο συλλογικό ασυνείδητο ως μια ιστορική αποτυχία της αριστεράς να εφαρμόσει μια εναλλακτική στο νεοφιλελευθερισμό πρόταση. Οι απογοητευμένες μάζες θυμούνται το σοσιαλδημοκρατικό παρελθόν τους, όσοι τουλάχιστον δεν πάνε πάλι στο ΚΚΕ. Λένε το πιο απλό "και τι διαφορετικό θα είχαμε αν ήταν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία;".

Έτσι λοιπόν ξαναβγήκαν παγανιά τα αγριόρνιθα του νεοφιλελευθερισμού σε όλες του τις μορφές, ιδιαίτερα τις πιο επιθετικές στο οικονομικό και τις πιο απάνθρωπες στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Βρίσκουν ελεύθερο πεδίο απούσης μιας συντεταγμένης και πειστικής πολιτικής από την "αριστερά", ώστε να περάσουν τις πιο αντιδραστικές απόψεις ως κάτι απολύτως αναγκαίο για τη χώρα. Οι μετατοπίσεις του κοινού νου εν καιρώ κρίσης βοηθάνε τα μέγιστα σε αυτό. Συζητώντας με τους γύρω μου αντιλαμβάνομαι ένα τεράστιο ιδεολογικό μπέρδεμα σχετικά με όλα τα φλέγοντα ζητήματα πολιτικής που αφορούν τον τόπο, από το χρέος μέχρι τους πρόσφυγες. Μέσα σε διάστημα λεπτών κάποιος από αριστερός ανθρωπιστής γίνεται συντηρητικός αντιδραστικός εν αγνοία του φυσικά. Άποψή μου είναι ότι η παραπάνω αποτυχία αυτής της κυβέρνησης βγάζει από την πρώτη θέση των προβλημάτων της χώρας τη διαχείριση του χρέους και συγκεκριμένα την ανάγκη άρνησής αυτού έτσι όπως την καθόρισε όταν ήταν αντιπολίτευση. Αφήνει έτσι χώρο για άλλα χρόνια μεν προβλήματα όπως τη διαπλοκή, το ασφαλιστικό, τη φορολόγηση του τουριστικού ή αγροτικού προϊόντος κ.α. να παρουσιάζονται σα δομικά προβλήματα, περισσότερο ακόμα και από την ίδια την υποδούλωση στο χρέος που έχει υποστεί ο τόπος. Μαζί με την καταβαράθρωση της αντιμνημονιακής ρητορικής καταρρέει και ένα ολόκληρο ιδεολογικό οικοδόμημα που στήριξε την ελπίδα της εναλλακτικής άποψης. Τα συντρίμμια αυτού ανακατεύονται με κάθε λογής αντιδραστικές φωνές "ανοικοδόμησης" έτσι ώστε το νέο ιδεολογικό οικοδόμημα να μοιάζει σαν ένα έκτρωμα της μεταμοντέρνας-μετακρισιακής εποχής.

Φαινόμενα του καιρού μας θα μου πείτε, του βυθισμένου στα πολιτικά διλήμματα της αντιμετώπισης μιας οικονομικής κρίσης. Θα μου πείτε επίσης "πάντα έτσι δε συνέβαινε, τουλάχιστον επί καπιταλιστικού συστήματος, με κρίση ή χωρίς;"

Wednesday, September 23, 2015

Το καλοκαίρι των εκλογών


Θυμάμαι πότε ξεκίνησε το καλοκαίρι. Ήταν τέλη Ιουνίου, Σαββατο, βαπτίζαμε τη μικρή και κάναμε τραπέζι μεγάλο στην αυλή μας. Την προηγούμενη είχα τελειώσει το σχολείο με μια επίσης μεγάλη γιορτή. Τελειώνε ένας πολύ κουραστικός Ιούνιος, ευτυχώς με γιορτές, κόσμο, συγκίνηση και τις μεγάλες προσδοκίες του καλοκαιριού μπροστά. Στα βαπτίσια κάποιος μου ανέφερε ότι θα γίνει δημοψήφισμα. Χωρίς να του δώσω πολλή σημασία - τόσο ήταν το ενδιαφέρον μου για τα πολιτικά μέχρι τότε - μέσα μου ένιωσα μια ένταση χαράς αν και με ισχυρά μείγματα απορίας. Γιατί τώρα, γιατί τελευταία στιγμή;
Από την επόμενη μέρα ξεκίνησαν οι συζητήσεις επί συζητήσεων. Στο facebook, στο σπίτι, έξω με τους φίλους, παντού. Διχασμόες αλλά και διάλογος ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου. Τη Δευτέρα έβγαλα όλα μου τα χρήματα για να πληρώσω τον κετερά του τραπεζιού. Την Τρίτη capital control, τι ειρωνεία. Ο μαζικός φόβος πτώχευσης δύο μέρες από τα μαζικά έξοδα για μια όμορφη γιορτή. Είναι εικονικός ο φόβος ή μήπως ανήκω σε άλλη τάξη; Τίποτα από τα δύο, θα ζούσαμε με δανεικά μέχρι να ξαναπληρωθούμε και αυτό με c.c. ήταν αβέβαιο πότε θα ξαναγινόταν.
Δε φοβηθήκαμε όμως. Ας είναι καλά η τράπεζα των 60+ που μας γέννησαν. Και που ξέρεις, κάποια στιγμή θα μας πληρώσουν από τα ρημαδοευρωπαϊκά που δουλέψαμε. Απορούσαμε ακόμα με το δημοψήφισμα αλλά μια ευφορία μας έκανε να νοιώθουμε κοντά, σαν ένα. Κάτι που μας έλειπε ακόμα και αν φαινόταν να βρισκόμαστε σε διάσταση με τους άλλους. Στρατόπεδα, βρισίδια, διλήμματα, αλλά και ακόμα μεγαλύτερη απορία "Γιατί τώρα, με ποιο σκοπό, γιατί εμείς;" Ακόμα και έτσι τρέξαμε να υποστηρίξουμε την πλευρά μας. Ακόμα εντυπωσιάζομαι με την ηρεμία που υποστήριξα την άποψή μου, χωρίς να κολλάω, να αμφιβάλλω, να γίνομαι ακατανόητος και αυτάρεσκος.
Και ήρθε το εντυπωσιακό και μη αναμενόμενο σκορ. Φωνάξαμε όλοι γκολ αλλά όχι πολύ δυνατά, να μην ενοχλήσουμε τους αδερφούς και φίλους που είπαν το άλλο, το αντίθετο. Και όλη μας η ύπαρξη απόκτησε ένα νόημα. Πιστέψαμε σε κάτι αδιόρατο, αδύνατο 'ισως αλλά "λαός ενωμένος - ποτέ νικημένος" λένε.
Όλα αυτά ενδιάμεσα από διάβασμα για εξετάσεις πιστοποίησης μέσα Ιούλη. Baby sitting, διάβασμα, δουλειές, ειδήσεις. Και τότε ήρθαν τα προκαταρκτικά χαστούκια. Ευρωκοινοβούλιο, eurogroup, πνιγμοί εικονικοί, έρπις στο χείλος, panic attacks, κανένα περιθώριο, θάψιμο, παρακάμψεις, κωλοτούμπες, ξεχεσίματα και έξοδος από το σπίτι των λύκων με μια συμφωνία.
Τότε αρχίσαμε τα μπάνια μετά από τις εξετάσεις, αναψοκοκκινισμένοι, θυμωμένοι και περήφανοι. Ο καθένας να ψάχνει το σπίτι του σαν τα μικρά γουρουνάκια μετά το φύσημα του λύκου. Η θάλασσα μας έπλενε, το βουνό μας καθάριζε, η εξοχή μας έφερνε ξεγνοιασιά. Ήταν άλλο ένα υπέροχο καλοκαίρι που συν τοις άλλοις ξεκίνησα να ασχολούμαι πάλι με την ενημέρωση και την πολιτική σκέψη. Έψαχνα και εγώ το αποκούμπι μου σε αυτό τον αγώνα δρόμου με τις εκλογές, τις διαπραγματεύσεις, το δημοψήφισμα, την κωλοτούμπα, τη συμφωνία, τη διάσπαση, τις προεκλογές.  
Το βρήκα εκεί που ήξερα ήδη. Απλά δεν το είχα πάρει πολύ θερμά παλαιότερα. Τώρα όμως δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Η αριστερά πενθεί και ταυτόχρονα αυτοκοπανιέται ενώ ο λαός περιμένει απογοητευμένος. Τι άλλο εκτός από έναν αέρα απελευθέρωσης; Αυτή την πνοή που μπαίνει όταν ανοίγεις το παράθυρο και μπαίνει δροσιά, πόσο μάλλον όταν ανοίγει η πόρτα η τελευταία για να βγεις από μια φυλακή. Που αλλιώς ονομάζεται χρέος.
Όντας ρομαντικός στην καρδιά, έτσι και επαναστατικός στην σκέψη. Δε μας σώζει τίποτα άλλο, τα δοκιμάσαμε όλα και αυτό που ξεχάσαμε είναι ότι είμαστε ένα έθνος, ένας λαός και ότι είμαστε υποταγμένοι. Εθνοκεντρική διάσταση άρχισε να παίρνει μέσα μου το πολιτικό ζήτημα. Η ταξική διάσταση άρχισε να υποχωρεί εξαιτίας και του τρόπου που οι θιασώτες της, αυτοί οι διεσπαρμένοι φαντασιόπληκτοι τσεγκεβάρες φυλούσαν το καστράκι τους μην πέσει και τους πλακώσει.
Παρακολουθούσα, διάβαζα, άκουγα αυτόν και έγινε ο δικός μου αρχηγίσκος, ο δικός μου εν δυνάμει ηγέτης. Χίλιοι Wallestein δε με πείθουν ότι πρέπει πρώτα να αλλάξουν οι συσχετισμοί στο παγκόσμιο σύστημα για να αλλάξουμε και εμείς. Το ανάποδο, εμείς σαν δύναμη λαού, πες το έθνος, κράτος, χώρα, όπως θες, εμείς θα αλλάξουμε πρώτα και θα διασπείρουμε νέα ενέργεια στο παγκόσμιο σύστημα. Όχι επειδή το λέει η θεωρία αλλά επειδή το επιτάσσει η πράξη, η ανάγκη να βγούμε από το λάκκο της χρεοδουλείας.
Μεγάλες ιδέες, ανεφάρμοστες και επικίνδυνες. Γραφικοί, περιθωριακοί και φανατικοί οι υποστηρικτές τους. Εγώ όμως δεν παρέλειπα να τις διατυπώνω με θέρμη, σθένος, υπομονή και σωκρατική σχεδόν επιχειρηματολογία παντού. Στο σπίτι, στους συγγενείς, σε φίλους, γνωστούς και αγνώστους. Να φουσκώνω έτσι και εγώ τον μικροεγωισμό μου για να νιώσω σημαντικός. Και πράγματι ένιωθα έτσι, στις διακοπές, τα ταξίδια, τις επιστροφές αυτού του καλοκαιριού που τελείωσε το βράδυ της 20ής Σεπτεμβρίου με βροχές και μπόρες.
Περίμενε ο παντοδύναμος να τελειώσει αυτό το ατελείωτο προεκλογικό καλοκαίρι για να στείλει σημάδια ζωής. Νερό στις αυλές, υγρασία στις ψυχές που κατάπιε εκείνη του δέρματος, μέσα σε λίγες ώρες το έκανε να ξεκολλήσει και μαζί το μυαλό να στεγνώσει από τα όνειρα.
Και έτσι η προσγείωση ήρθε ξενέρωτα. Με τα πρόσωπα τριγύρω μου να χαίρονται την είσοδο ή μη στη βουλή κάποιων, τα ανεβασμένα ποσοστά άλλων και εκείνα των νικητών να ηρεμούν μετά από καιρό. Κάτι μέσα μου ένιωθε μοναξιά και αποσύρθηκα στη μελαγχολία, αναρωτώμενος αν ανήκω και εγώ σε εκείνα τα παιδιά που πολύ μικρά δεν πήραν αρκετή μητρική φροντίδα και όταν μεγάλωσαν αποφάσισαν να επαναστατήσουν, όπως λέει ο Γιωσάφατ. Θυμήθηκα ότι κάπως έτσι σκέφτηκα και το 12' οπότε και έπαψα να ασχολούμαι με πολιτικά και έγινα αναχωρητιστής. Το αγαπημένο μου χρώμα από το κόκκινο του πάθους έγινε το πράσινο του δάσους. Η νεοψυχεδέλεια έγινε η αγαπημένη μου μουσική και η απόδραση από τα κοινά μέσω της περιήγησης στη φύση η αγαπημένη δραστηριότητα.
Όλα αυτά εξισορροπήθηκαν όταν έγινα για δεύτερη φορά πατέρας και έπαψα να αναζητώ την απόδραση. Και να μαι, πολιτικοποιημένος και πάλι, επαναστατημένος, ονειροπαρμένος ίσως, αλλά με σύμμαχο την οδυνηρή κρισιακή πραγματικότητα.
Ένα καλοκαίρι με εφημερίδες και ειδήσεις στο ίντερνετ και πολλή λίγη μουσική δε θα μπορούσε να διαρκέσει πολύ. Νέα εξισορρόπηση λοιπόν για να πάρουμε ανάσα για την επόμενη μάχη. Με αντικυκλική πολιτική, μουσικές, βόλτες στη φύση, χορό, γράψιμο για να πάρει τα ίσια η ψυχή και να ηρεμήσει από αυτή τη διαδρομή. Και που ξέρεις, μπορεί η επανάσταση να είναι μια ατομική υπόθεση τελικά και όχι μαζική. Ή και τα δύο μαζί εναλλάξ και σε ίσες δόσεις. Όλοι περιμένουν την επόμενη μέρα με επιφυλακτικότητα, απάθεια, μετρημένες ή και καθόλου ελπίδες, θυμό, στεναχώρια και κάτι απ'όλα αυτά ανακατωμένα μεταξύ τους. Συγκρατημένοι προς το παρόν, ανασυντάσσονται πριν έλθει η νέα έκρηξη. Και τότε ας ελπίσουμε πολλά να αλλάξουν. Ε, Κεμάλ, τι λες εσύ;

Monday, September 7, 2015

Τα αντιδραστικά pt. 1

Μερικές φορές σκέφτομαι όπως οι εχθροί μου: Λέω τι θέλουν τώρα μωρέ και ακόμα φωνάζουν αυτοί οι αντιμνημονιακοί, αυτοί που επιθυμούν ρήξεις με το κατεστημένο και τέτοιες μπούρδες; 
Μιλούν τόσα χρόνια για έξοδο από το ευρώ αλλά είδατε πολλους οικονομολόγους να υπερασπίζονται αυτή την άποψη; Μιλούν ακόμα και για έξοδο από την ΕΕ, αλλά σκέφτομαι πως θα επιζήσει η Ελλαδίτσα σε έναν τόσο ανταγωνιστικό κόσμο χωρίς την υποστήριξη των συμμάχων της. Έστω και αυτών που δε μας φέρονται καλά τελευταία αλλά φταίμε εμείς πρώτοι που δε μας φέρονται καλά. Εμείς που δεν τηρούσαμε τους κανόνες της ΕΕ και της ευρωζώνης τόσα χρόνια και τώρα μας φταίνε οι δανειστές και η Γερμανία. Ειδικά με αυτή την τελευταία έχει πέσει τόση δαιμονοποίηση, ότι εφαρμόζει το 4ο ράιχ, ότι χρησιμοποιεί την ΕΕ μόνο για όφελός της και άλλα τέτοια. 
Το άλλο για τη σκληρή λιτότητα το ακούσατε; Που την είδατε τη σκληρή λιτότητα; Εγώ παντού βλέπω ανθρώπους να κινούνται, να ψωνίζουν, να καταναλώνουν. Μήπως ο Έλληνας ακόμα έχει στην άκρη λεφτά που δεν μπορείς να του τα πάρεις εύκολα; Με φοροδιαφυγή κυρίως και με μαύρη αγορά κάθε είδους. 
Μιλάνε γiα αθρωπιστική κρίση. Καλά, έχετε πάει σε χώρα με ανθρωπιστική κρίση να δείτε τι σημαίνει αυτό; Είδατε τώρα μερικούς παραπάνω στις ουρές στα συσσίτια και το βγάλατε ανθρωπιστική κρίση. Πεθάνανε μαζικά χιλιάδες άνθρωποι; Έχουν ξεσπιτωθεί όλοι οι έλληνες και δε τους βλέπουμε πουθενά; Υπάρχει τόση φτώχεια που έχουν όλοι κάνει τεράστιες κοιλιές; Αυτό είναι ανθρωπιστική κρίση;
Όσον αφορά την ανεργία όκ, είναι υψηλή, αλλά ποιος είπε ότι δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη ταυτόχρονα με ανεργία; Ευτυχώς που ζούμε στο ευρωπαϊκό και αν δε σας αρέσει αυτό υπάρχει το παγκόσμιο χωριό και είναι πανεύκολο πια να ταξιδέψεις και να δοκιμάσεις την τύχη σου αλλού. Οι πρόγονοί μας δηλαδή που πήγαν σε όλο τον κόσμο για να δουλέψουν διαμαρτυρήθηκαν για την ανεργία; Μήπως βαριόμαστε λίγο να ψαχτούμε, γκρινιάζουμε ή κατηγορούμε τους άλλους για την έλλειψη ευελιξίας, ρίσκου και δημιουργικότητάς μας.
Υπάρχουν θα μου πείτε και οι αριθμοί που λένε ότι η χώρα μας περνάει τη χειρότερη οικονομική κρίση που έχει περάσει αναπτυγμένη χώρα τα τελαυταία 60 χρόνια. Ωραία, λένε ότι χάσαμε το 25% του ΑΕΠ, και τι έγινε; Είναι πολύ μεγάλο λέτε ε; Αν σας κόψουν εσάς το 25% του εισοδήματός σας, που είναι υψηλό επειδή είστε πλούσιος (αυτό κατ'αναλογία της αναπτυγμένης χώρας), αυτό σημαίνει ότι θα γίνετε πάμπτωχος; Του ύψους και του βάθους είστε. Λέτε, πολλά χρόνια ύφεσης, δεν έχει ξαναγίνει αυτό, δεν αντέχει η οικονομία και τέτοια. Και σας ρωτάω, που το ξέρετε ότι δε θα βγει η οικονομία από τον φαύλο κύκλο και δε θα γιατρευτεί; Γιατί η χρόνια αρρώστεια του χρέους οφείλεται στην μη έγκαιρη αντιμετώπιση εκείνων των συμπτωμάτων που το δημιούργησαν σε πρώτη φάση. Που δεν είναι άλλα απο τον κρατισμό, τη διαφθορά και την κοπραδόρικη στάση όσων δεν θέλουν να δουλέψουν.
Θέλετε τώρα να αλλάξετε για άλλη μια φορά τον κόσμο, τον νεο-φιλελεύθερο όπως τον λέτε τώρα, παλαιότερα λέγατε τον καπιταλισμό, να δούμε τι θα λέτε στο μέλλον. Ο κόσμος όμως κινείται με τους δικούς του νόμους στους οποίους πρέπει να συμβαδίσετε και να κάνετε να λειτουργήσουν υπέρ σας; Τι, μιλάτε για πόλεμο, ανταγωνισμό, και απανθρωπισμό; Όταν εσείς είσαστε έτοιμοι να φέρετε την κοινωνία σε εμφύλιο και σύγκρουση για να ικανοποιήσετε τις ιδεοληψίες σας.
Οι οποίες απορρέουν από μια διαστρεβλωμένη ερμηνεία του νεωτερισμού και της προόδου που αφήνει το άτομο στην άκρη έρμαιο των κοινωνικών αλλαγών και όχι υποκινητή τους. 
Έτσι στην εποχή του διαδικτύου, της πληροφορικής και της επικοινωνίας, της διαδικτυακότητας των πάντων, εσείς στέκεστε άκαμπτοι, στατικοί και υποκρίνεστε ότι δε σας επηρεάζουν οι μεγάλες αλλαγές γύρω σας. Πολλοί τις μισείτε κιόλας γιατί κόβουν εργατικά χέρια ή εμβαθύνουν την παγκοσμιοποίηση και αυτό είναι κακό. 
Λέτε ότι ο κόσμος δεν πρέπει να είναι ζούγκλα και αμέσως προσπαθείτε να τον αναμορφώσετε ώστε να μην είναι τέτοια. Όμως στην πράξη βλέπετε ότι αυτός παραμένει ζούγκλα και εσείς τι κάνετε, προσπαθείτε να εξανθρωπίσετε τα θηρία, να τα ωραιοποιήσετε, με εσάς πρώτους, ώστε να είσαστε υπεράνω των ρεαλιστών που κοιτάζουν να επιζήσουν ακολουθώντας το συμφέρον τους. Που πολλές φορές αν όχι πάντα οδηγεί σε ρυθμίσεις που προστατεύει τα συμφέροντα όλων. 'Ετσι αν δεν κάνω λάθος προκύπτει και ο νόμος. Αλλά εσείς ανακαλύπτετε μια ταξικότητα, όπως την αποκαλείται στο νόμο και προσπαθείτε να τον κάνετε πιο "δίκαιο", να του αφαιρέσετε δηλαδή το ταξικό υποστήλωμα. Και συσκοτίζετε τα πράγματα μπερδεύοντας τους ανθρώπους και κάνοντάς τους να προσδοκούν ότι το κράτος θα τους κάνει καλά, αυτό θα τους βρει εργασία, αυτό ευθύνεται για τη φτώχεια μαζί με τα επιχειρηματικά συμφέροντα βεβαιώς βεβαίως. Συγγνώμη αλλά έτσι εξευτελίζεται η ατομικότητα του κάθε ανθρώπου και κανείς δεν ευθύνεται για τις δικές του πράξεις και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Δηλαδή ο φτωχός και ο άνεργος ρε παιδιά δεν ευθύνεται καθόλου για την κατάστασή του; 

Όπως ακριβώς ισχύει και για το κράτος μας και για όλα τα κράτη του πλανήτη. Δεν ευθύνονται τα ίδια, πλούσια και φτωχά, αναπτυγμένα και υπανάπτυκτα για την κατάστασή τους; Όλο οι άλλοι φταίνε; 

Tuesday, September 1, 2015

Το πραγματικό δίλημμα της κοινωνίας απέναντι στο πλαστό δίλημμα των εκλογών

Τα συστημικά ΜΜΕ μαζί με τα συστημικά κόμματα (εννοείται ότι συμπεριλαμβάνεται και ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτά) κάνουν τα πάντα για να μας πείσουν ότι το δίλημμα των εκλογών είναι το εξής: Εφαρμογή του νέου μνημονίου εξ’ αριστερών δηλαδή με ισοδύναμα που να απαλύνουν τις συνέπειές του στο λαό ή εφαρμογή του μνημονίου εκ δεξιών και κέντρου χωρίς μεσοβέζικες και τυχοδιωκτικές παρεκτροπές που βάζουν σε κίνδυνο τη χώρα. Το σύστημα αυτό έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα εκλογικό δίλημμα στο οποίο οποιαδήποτε επιλογή και αν επικρατήσει τελικά κερδισμένοι θα είναι πάντα οι ίδιοι, εκείνοι που νέμονται τον πλούτο της χώρας έχοντάς την υποδουλωμένη.
Σκοπός της επιβολής αυτού του διλήμματος είναι να υποτιμηθεί και να περιθωριοποιηθεί όσο το περισσότερο δυνατόν γίνεται το πραγματικό κοινωνικό δίλημμα που απασχολεί το λαό αυτής της χώρας: ή μνημόνια, συνεχή ύφεση και υποτίμηση της ζωής του μέσα σε κατάσταση χρεοδουλείας ή έξοδος από αυτή την πορεία ακόμα και αν το κόστος είναι μεγάλο.
Οι επικοινωνιολόγοι του συστήματος, που τόσο θέλει ο κ. Τσίπρας να καταπολεμήσει, γνωρίζουν πολύ καλά ότι τους τελευταίους ειδικά μήνες ένα μεγάλο ποσοστό πολιτών έχει αρχίσει να αμφισβητεί έντονα τις κύριες πολιτικές επιλογές όχι μόνο των κομμάτων που ψήφισαν τα προηγούμενα δύο μνημόνια (αυτό έχει γίνει βέβαια εδώ και καιρό) αλλά κυρίως αυτές του μέχρι προτίνος κυβερνώντος αυτοαποκαλούμενου ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος.
Οι κύριες αυτές επιλογές αφορούν τον γενικότερο προσανατολισμό της χώρας σε διεθνές, οικονομικό, γεωπολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο και πιο συγκεκριμένα την χωρίς εναλλακτικές αφοσοίωση στις πολιτικές της ΕΕ και του ευρώ. Ο τρόπος που εκδηλώθηκε αυτή η αμφισβήτηση είναι το τρανταχτό ΟΧΙ στα μνημόνια που εκστομίστηκε από τον ίδιο το λαό στο πρόσφατο δημοψήφισμα.
Είναι δε τόσο τρανταχτό το ΟΧΙ όσο περισσότερο ασυμβίβαστες φαίνεται να είναι οι προθέσεις των κοινοβουλευτικών κομμάτων με τη θέληση του λαού. Το επικοινωνιακό πλεονέκτημα του κατεστημένου προκύπτει από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και την κρίση της αριστεράς. Η αφήγηση είναι η εξής: “Η ίδια η αντιμνημονιακή αριστερά συνειδητοποιεί ότι τα μνημόνια είναι μονόδρομος. Συνεπώς, δεν υπάρχει εναλλακτική σε αυτά και ο προεκλογικός διάλογος αφορά απλά την εσωτερική διαχείρισή τους”.
Έτσι λοιπόν το τέως κυβερνών κόμμα ανεβαίνει στο άρμα της ανέξοδης και κούφιας αντιπαράθεσης με τη ΝΔ, όπως ακριβώς συνέβαινε μέχρι πριν λίγα χρόνια μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Αυτό δύσκολα μεταφράζεται ως το τέλος της μεταπολίτευσης, όπως κάποιοι βιάστηκαν να κάνουν μετά τον καταποντισμό του ΠΑΣΟΚ πρωτίστως και την πτώση της ΝΔ δευτερευόντως. Για την ακρίβεια, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το τελευταίο χαρτί του ίδιου και απαράλλακτου μεταπολιτευτικού συστήματος. Από αριστερά προσπαθεί να μην ανατρέψει κανένα από τα σοβαρά κεκτημένα αυτού του συστήματος. Και τα καταφέρνει έως ένα σημείο αν κρίνει κανείς από την συνθηκολόγηση όσων την εβδομάδα των παθών 5-12 Ιουλίου διακήρρυταν με πάθος το ΟΧΙ αλλά σήμερα λένε ότι δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
Και τι γίνεται με την αντιπροσώπευση του ΟΧΙ στις εκλογές; Είναι το νεοσύστατο κόμμα της Λαικής Ενότητας ο γνήσιος εκφραστής της θέλησης ενός ολοένα και αυξανόμενου μέρος του λαού που αμφισβητεί τις κύριες επιλογές του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος; Ή μήπως το κόμμα αυτό συστάθηκε μόνο και μόνο για να παίξει την αντιπολίτευση στο ΣΥΡΙΖΑ και να γίνει ΣΥΡΙΖΑ στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ; Αν σκεφτεί κανείς ότι 1) μέχρι τις 12 Ιουλίου δεν σκεφτόταν κανείς το ενδεχόμενο της δημιουργίας τέτοιου κόμματος, 2) τα στελέχη της ΛΑΕ προέρχονται από το ίδιο πολιτικό και κοινοβουλευτικό σύστημα της μεταπολίτευσης, όπως ακριβώς συμβαίνει με το ΣΥΡΙΖΑ και 3) ήδη εκφράζονται διαφορετικές απόψεις ως προς τις κεντρικές επιλογές του ως κόμμα, όλα αυτά συνηγορούν στο ότι είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η ΛΑΕ μπορεί να εκφράσει την ανάγκη για επανεκίνηση σε νέες βάσεις του πολιτικού σκηνικού της χώρας. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι ένα κόμμα που εκφράζει το ΟΧΙ, μπορεί να μπει στη βουλή και να είναι ακόμα και 3ο κόμμα σημαίνει ότι κοινοβουλευτικά τουλάχιστον ισχυροποιείται η κάποια αντιπροσώπευση του ΟΧΙ.
Όσον αφορά την Χρυσή Αυγή, που προσδέθηκε στην πλευρά του ΟΧΙ, η όλη παρουσία της στο πολιτικό σκηνικό αποπνέει τη δυσωδία του σαπισμένου κοινοβουλευτισμού, του οποίου νώθο και γι’αυτό αντιδραστικό παιδί είναι. 

Βλέποντας λοιπόν με νηφαλιότητα τις δυνατότητες ανάδειξης του πραγματικού διλήμματος που απασχολεί την κοινωνία - και αυτό δεν είναι άλλο από το ή συνεχίζουμε με μνημόνια, ξεπούλημα και υποδούλωση της χώρας ή αλλάζουμε πορεία - μπορούμε να πούμε ότι η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο πρόσφερε παρά αφαίρεσε δυνάμεις στο κίνημα του ΟΧΙ. Θα φανεί ίσως στη συνέχεια ότι οι παλινωδίες κατά την εφαρμογή του νέου μνημονίου θα ριζοσπαστικοποιήσουν ακόμα περισσότερο την κοινωνία προς διαφορετική κατεύθυνση και θα αναδείξουν εκείνες τις δυνάμεις που σιγοκαίουν στις παρυφές του σαρθρού μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτισμού και ετοιμάζονται για την είσοδό τους στην πολιτική ζωή. Και τότε ίσως όλα αλλάξουν. Είδωμεν.

Saturday, April 18, 2015

Βουνό


Επιστροφή από Σκουληκαριά για Πάσχα. Επέστρεψα πλήρης, ανανεωμένος, ζωντανός, ορεξάτος, με μια γλυκιά κούραση από τις εξερευνήσεις μου και την οδήγηση. Βρίσκοντας μια άλλη Εγλυκάδα, ανοιξιάτικη και μέσα στις μυρωδιές. Παίζοντας με τις κόρες μου και γελώντας. Τρώγοντας κάτι και γεμίζοντας την κοιλίτσα μου που διαμαρτυρήθηκε έντονα. Και τέλος πέφτοντας κουρασμένος για ύπνο. Κλείνω τα μάτια και κατακλύζομαι από εικόνες της φύσης, αυτές που συνάντησα στο χωριό και άλλες που δημιουργώ με τη φαντασία μου. Κάνω σκέψεις που θα γέμιζαν πολλές σελίδες εκείνη την στιγμή και που περιμένουν να αποτυπωθούν. Μεγάλες σκέψεις, ευγενικές, προσωπικές. Ή μήπως πρόκειται για συναισθήματα και συγκεκριμένα για ένα συναίσθημα λύπης για τον γυρισμό από την τελειότητα στη μετριότητα, από τις διακοπές στην καθημερινότητα, από τη φύση στην πόλη, από την ξεγνοιασιά στις έγνοιες και τα άγχη, από την ελευθερία της φύσης του χωριού στον εγκλεισμό του πολιτισμού της πόλης, από την επικέντρωση στις ανάγκες μου στην επικέντρωση στις ανάγκες των άλλων. Όλα αυτά βέβαια μπορεί να είναι δυϊσμοί που κατασκευάζει ο νους για να ερμηνεύσει υα διφορούμενα συναισθήματα, για να μπορέσει να δικαιολογήσει, να δρομολογήσει και να νοηματοδοτήσει τη νέα πραγματικότητα μετά την επιστροφή (ή να την μαυρίσει ).

Δυϊσμοί που γενάνε και συγκρούσεις αλλά μήπως αυτές οι συγκρούσεις δεν υπάρχουν ήδη; Η σύγκρουση της αναζήτησης ενός ανώτερου εαυτού με την εξαναγκαστική αφιέρωσή του στην μετριότητα της καθημερινότητας, η σύγκρουση της καθαρότητας του συναισθήματος να περιτριγυρίζομαι από το φυσικό στοιχείο, το άγριο, το ανόθευτο μα το να περιστοιχίζομαι από ανθρώπους με τα ελαττώματα τους. Όμως αυτοί οι προβληματισμοί ξεκίνησαν από την στιγμή που πριν κοιμηθώ έφερα στην φαντασία μου εικόνες της φύσης απόκρημνες, γκρεμούς και φαράγγια, απέραντες θέες και υψόμετρα, αυτά που φοβάμαι. Και αναρωτήθηκα τότε μετά από τα περπατήματά μου στη φύση «γιατί φοβάμαι πραγματικά; Τι φοβάμαι να αντικρίσω πραγματικά; Μήπως δεν είναι ένας φυσικός φόβος, ούτε καν ένας ψυχολογικός φόβος αλλά ένας υπαρξιακός;»

Φοβάμαι γιατί δεν δέχομαι να αντικρίσω την τελειότητα της φύσης και του εαυτού μου, ως παιδιού της φύσης. Φοβάμαι να δω το φόβο ως αναπόσπαστο κομμάτι της περιπέτειας του παραμυθιού του να περπατάς, να αναζητάς, να εξερευνάς, να ταξιδεύεις στη φύση. (ένα σωρό εκλογικεύσεις υπάρχουν εδώ με μεγαλύτερη την εξιδανίκευση της φύσης σε τέτοιο βαθμό που με κάνει να υποφέρω πολύ αυτή την στιγμή, παραδείγματος χάριν, τα ίδια θα μπορούσα να νιώθω και έπειτα από ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Όμως έχω ανάγκη να αποτυπώσω αυτά που νιώθω και σκέφτομαι για την εμπειρία μου γιατί στο κάτω κάτω  στις εξορμήσεις στη φύση οφείλονται κυρίως.) Φοβάμαι να δω αυτή την τελειότητα του παραμυθιού που έχει πλοκή, τρόμο και ωραίο τέλος, όπως μια βόλτα στο βουνό. Και γιατί φοβάμαι όλα αυτά; Γιατί κάτι με κρατάει από το να παραδοθώ εντελώς στην περιπέτεια αυτή, στο άγνωστο της γεωγραφίας του βουνού, στην ησυχία του, την σιωπή του, την εσωτερική αξία της ύπαρξής του, κάτι με κρατάει από το να γίνω ένα με όλο αυτό, να τελειοποιηθώ.

Είναι ο κόσμος που ζω, η ζωή που κάνω, ο πολιτισμός, η πόλη, η καθημερινότητα, οι ρόλοι, και όλα όσα αυτά συνοδεύουν; Είναι η παράδοση μου στον κόσμο των συναισθημάτων, της επικοινωνίας και του ανθρώπινου πολιτισμού γενικά που τόσο με εξαντλεί καθημερινά. (πάλι εκλογίκευση μυρίζει εδώ προσπαθώντας να βρω οπωσδήποτε μια αιτία για μια υπαρξιακή κατάσταση που με υπερβαίνει) Είναι η συμβίωσή μου με την μετριότητα και η εσωτερίκευση αυτής ώστε να μην μπορώ να δω και να αποδεχτώ την τελειότητα παρά το ότι την αναζητώ. Κοιτάζω τη φύση, τα δέντρα, τα ρυάκια, το έδαφος και τους άπειρους σχηματισμούς αυτών και είναι σα να βρίσκομαι στο πιο ζωντανό μουσείο του κόσμου. Η φύση είναι το πιο ζωντανό μουσείο της γης και είναι τέλεια. Δε σου ζητάει κάτι που δεν μπορείς να δεις, να νιώσεις, να καταλάβεις. Σου λέει να πάρεις το χρόνο σου και να αφιερωθείς, να κοιτάζεις μόνο και να οσφραίνεσαι, να ακούς και να κρατάς τις αισθήσεις σου ζωντανές. Αυτό σου ζητάει μόνο το μουσείο με τα αρχέγονα βουνά, τα αιωνόβια δάση, τα γερασμένα αλλά ακούραστα ρέματα αλλά και τα νέα ρυάκια τους δρομίσκους που ανοίγουν κάθε τόσο. Ενώ το μουσείο με τα ανθρώπινα κατασκευάσματα απαιτεί να ξέρεις, να γνωρίζεις, κινητοποιεί το νου και τις πολλαπλές λειτουργίες του, με κάνει να υποφέρω που δεν μπορώ να συγχρονιστώ μαζί του.

Ατελής ο πολιτισμός μας και γεμάτος ελαττώματα. Να συμφιλιωθώ μαζί του και να πάψω να κάνω μεγαλεπήβολες σκέψεις και να βλέπω οράματα φυγής από αυτόν,  όπως συνήθως κάνω και στο τέλος κάθε φορά που ξαναγυρίζω στη φύση μετά από καιρό βρίσκομαι πάλι στην αρχή. Πάλι βλέπω κάτι γνώριμο που έχω ξεχάσει το όνομά του, παλι θα με καλέσει κοντά του αλλά δε θα καταλαβαίνω τα λόγια του, πάλι θα φοβηθώ την υπέρτατη ομορφιά του και θα κάνω σκέψεις θανάτου και θα καταλάβω πόσο πολύ το αγαπώ μόνο αφού χωρίσουμε.  Διότι η αδυναμία να ερωτευτώ μια για πάντα και να μείνουμε για πάντα μαζί χωρίς κανείς άλλος να μπαίνει ανάμεσά μας με κάνει και πονάω πολύ. Γυρίζω στον πολιτισμό και γίνομαι κυνικός και σε ξεχνάω αλλά υποφέρω και δεν ξέρω γιατί υποφέρω. Υποφέρω πολύ από κάτι που μου λείπει και δεν καταλαβαίνω τι μου λείπει. Βρίσκω υποκατάστατα στην καθημερινότητα αλλά και αυτά δεν διαρκούν πολύ. Φίλοι, βόλτες, μουσικές, ασχολίες, όλα έρμαια του πολιτισμού. Και εκείνο που μένει είναι να υποφέρω μια από κομμένη ανάσα, μια από χαλασμένο στομάχι, άλλη από άγχος, από θυμό, από ντροπή και ενοχές. Και να ξεχνάω τις αξίες και τα ιδανικά μου, αυτά για τα οποία διάβαζα μικρότερος στα βιβλία του Έσσε.

Η φύση με γιατρεύει από τις αρρώστιες αυτές και μου λέει να χαρώ και χαίρομαι, μου λέι να μελαγχολήσω και μελαγχολώ, να φοβηθώ και το κάνω. Και στο τέλος όλα αυτά μαζί φτιάχνουν ένα υπέροχο παραμύθι για τον έρωτα και το θάνατο και το ξεπέρασμα αυτών των αδυναμιών, για την ηρεμία και την ολοκλήρωση του είναι.