Thursday, February 7, 2008

Δημόσιο, διαφθορά και μεταρρυθμίσεις

Το παρακάτω κείμενο/άρθρο γράφτηκε πριν απο 1 χρόνο αλλά παραμένει επίκαιρο λόγω και του νέου σκανδάλου με τη Siemens.

Δημόσιο, Διαφθορά και Μεταρρυθμίσεις: Μεταξύ Παλαιού και Νέου Λαϊκισμού

Διαβάζω τη μεταπτυχιακή διπλωματική ενός φίλου και συμφοιτητή μου στο Μάντσεστερ. Γράφει για τη διαφθορά στη μετά-Μάο εποχή στην Κίνα, μια περίοδο που συμπίπτει με το βαθμιαίο άνοιγμα της κινεζικής οικονομίας στις παγκόσμιες αγορές και χαρακτηρίζεται από τη συρρίκνωση του δημοσίου τομέα. Και κάνω διάφορους παραλληλισμούς με την περίπτωση της Ελλάδας. Όσο και αν διαφορετικά είναι τα πράγματα από τη μία στην άλλη χώρα, υπάρχουν κάποιες κοινές παρατηρήσεις που τις συστηματοποιώ ως εξής:

Η συρρίκνωση του δημοσίου τομέα και η εξάπλωση του ιδιωτικού και ξένου κεφαλαίου σε κρίσιμους δημόσιους τομείς της εγχώριας διοίκησης και οικονομίας δεν οδηγεί απαραίτητα σε πιο διαφανή λειτουργία του δημοσίου τομέα.
Οι αρχικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν την πολιτικοοικονομική οργάνωση ενός τόπου αναπαράγονται στο χρόνο άσχετα από μεταρρυθμιστικές πολιτικές.

Τα τοπικά κρατικά δημόσια συστήματα χαρακτηρίζονται από εσωτερική διαπλοκή, νόμιμη ή παράνομη. Τα ανοιχτά παγκοσμιοποιημένα και στρεφόμενα προς τις ελεύθερες αγορές συστήματα χαρακτηρίζονται από διεθνή διαπλοκή συμφερόντων. Το επιχείρημα για άμεση ιδιωτικοποίηση σε εγχώριους ή ξένους επενδυτές αυτών των συστημάτων απλώς μεταφέρει τη διαπλοκή σε άλλο επίπεδο. Την κάνει μάλιστα λιγότερο εμφανή και λογοδοτήσημη σε ρυθμιστικά νομικά πλαίσια.

Στη χώρα μας μέχρι σήμερα που οι συζητήσεις για την εξυγίανση του δημοσίου μέσα από μεταρρυθμίσεις δίνουν και παίρνουν, επικρατεί το μοντέλο της εσωτερικής διαπλοκής το οποίο μοιράζει τοπικά συμφέροντα και δημιουργεί τοπικές ανισότητες. Στο διεθνές επίπεδο, παγκόσμιες αλυσίδες επιχειρηματικών και κρατικών συμφερόντων συνοδεύονται και από παγκόσμιες αλυσίδες διαπλοκής. Όταν οι ρυθμιστικοί παράγοντες απουσιάζουν τότε εμφανίζονται φαινόμενα διαφθοράς και στα δύο επίπεδα. Σε μια νεοφιλελεύθερη τάξη πραγμάτων η διαφθορά διεθνοποιείται. Παγκόσμιος νόμος όμως δεν υπάρχει για να τις ελέγξει. Είναι προτιμότερο και λειτουργικότερο να ανεχτούμε τις εσωτερικές δομές της διαφθοράς, που στο κάτω κάτω είναι γνωστές και όλοι συντονίζουμε τις προσδοκίες μας απέναντι σε αυτές, παρά να στεκόμαστε ανίσχυροι και να παρατηρούμε τα μεγάλα διεθνή συμφέροντα να κατασπαράζονται για την –πάντα κρατική- πίττα του δημόσιου πλούτου.

Τούτη είναι μια ρεαλιστική διαπίστωση που όσο ανήθικη και να ακούγεται επειδή νομιμοποιεί το νεποτισμό και το λαϊκισμό, έχει ουσιαστικά λειτουργήσει αποτελεσματικά εδώ και δεκαετίες. Απούσης μιας δυτικοευρωπαϊκού τύπου ολοκληρωμένης καπιταλιστικής ανάπτυξης των βιομηχανικών σχέσεων, βασιζόμενης στο σαφή διαχωρισμό των κοινωνικών τάξεων, η πολιτική του ρουσφετιού αποδείχτηκε αποτελεσματική για τα πολλαπλά ατομικά, οικογενειακά και συντεχνιακά συμφέροντα, τόσο ώστε να αποκτήσει έναν “κοινωνικό” ρόλο στις εργασιακές και βιομηχανικές σχέσεις στη χώρα μας. Τα βύσματα είναι κοινωνικά νομιμοποιημένα.

Όχι όμως και ηθικά και τούτο όλοι το συμμεριζόμαστε στις ιδιωτικές μας συζητήσεις. Η επιταγή για εξυγίανση μέσα από “τολμηρές” πολιτικές πόσο μπορούν να αλλάξουν αυτή την πραγματικότητα? Δηλαδή, με φιλολογικούς όρους, μπορούν να καλλιεργήσουν μια νέα κοινωνική συνείδηση στο νεοέλληνα τέτοια που να τον κάνει να αναγνωρίσει τις αξίες της αξιοκρατίας και της διαφάνειας? Η θέση μου είναι πως όχι αν δε γίνει προηγουμένως συνείδηση των πολιτισμικών προκλήσεων που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε στο παγκοσμιοποιημένο κοινωνικοπολιτικό πεδίο. Τούτη η συνείδηση για να γίνει κτήμα όλων απαιτεί γνώση, διάλογο, διαλεκτική και απομάκρυνση από απόλυτες κρίσεις σαν αυτές που επιβάλλονται από τα ΜΜΕ μέσα από έρευνες/γκάλοπ όπως «Είστε υπέρ ή κατά της αναθεώρησης του άρθρου 16?» Θεωρώ ότι τέτοιου είδους απλοποιήσεις εξυπηρετούν την συσκότιση του διαλόγου μέσα από την επικράτηση εννοιών και στερεότυπων που εκφράζουν εντελώς ασαφή λογικά σχήματα όπως λ.χ. “Υπέρ ή κατά της ιδιωτικοποίησης στο χώρο της υγείας και της παιδείας”, ή “υπέρ ή κατά της παγκοσμιοποίησης”. Έτσι ο πολιτικός διάλογος γίνεται με βάση νέα ιδεολογήματα που δεν περιγράφουν την πραγματικότητα αλλά εξυπηρετούν νεολαικίστικες συμπεριφορές και αναπαράγουν το φαύλο κύκλο της διαφθοράς.
Η “ωραιοποίηση” της πληροφόρησης δεν αφήνει τα δυσδιάκριτα στοιχεία της πραγματικότητας να έλθουν στην επιφάνεια. Η διαπλοκή και η διαφθορά συσχετίζεται με συγκεκριμένες κοινωνικοοικονομικές διαδικασίες ανάπτυξης (και υπανάπτυξης) και με βάση αυτόν τον συλλογισμό δεν επηρεάζονται κρίσιμα από τις μεταρρυθμίσεις. Οι τελευταίες μπορούν πράγματι να δώσουν μια έννοια και κριτήρια αποδοτικότητας στο δημόσιο αλλά οι δείκτες, αριθμοί, οι υποθέσεις και οι πληροφορίες που την χαρακτηρίζουν, είναι αμφισβητούμενες και συγκρουόμενες. Οι έννοιες του κόστους και του κέρδους είναι πολύ υποκειμενικές και τόσο περισσότερο θα είναι όσο απομακρύνονται από το αντικείμενο που ερευνούν: το δημόσιο χαρακτήρα ως το οντολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται η συζήτηση. Τούτος σκόπιμα ταυτίζεται από κάποιους με τα παθολογικά χαρακτηριστικά που τον διατρέχουν, με σκοπό να αφεθεί ελεύθερος από κάθε κρατικό έλεγχο. Αντίθετα, άλλοι αντί να στρέψουν τις επιδιώξεις τους προς τη βελτίωση της εμφανούς κρίση που τον διατρέχει, σπεύδουν να προστατέψουν τα συντεχνιακά και συνδικαλιστικά τους συμφέροντα. Φαίνεται ότι αυτές οι τάσεις είναι που διακατέχονται από το σύνδρομο “αλλαγή ή τίποτε” και οι εκφραστές τους εκείνοι που αναπαράγουν εκούσια ή ακούσια τις κρυφές παθογένειες του συστήματος. Οι πρώτοι με το να διευρύνουν τα δίχτυα της διαπλοκής σε ιδιωτικά και ξενόκεντρα συμφέροντα (όπου βέβαια κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να αποδειχτεί λόγω της φύσης των αγορών και του ανταγωνισμού που τείνουν να δημιουργούν νομιμοποιημένες ολιγοπωλιακές καταστάσεις). Οι δεύτεροι με το να νέμονται καταχρηστικά τον δημόσιο πλούτο και να χρησιμοποιούν το επιχείρημα «όλοι είναι στο σύστημα, γιατί όχι εγώ?» για να εξασφαλίσουν τη θεσούλα τους.

Τέτοια όμως διλήμματα είναι τεχνητά στο διάλογο για τη διαφθορά και αποκρύπτουν το βαθύτερο προβληματισμό: Τι έπεται με την παγκοσμιοποίηση? Τα κόμματα, οι συνδικαλιστές, η κοινωνία των πολιτών δεν συζητούν επ’αυτού διότι έχουν μαύρα μεσάνυχτα. Κάθονται και ασχολούνται διαρκώς πως θα φάνε από την εθνική πίττα. Και ο δημόσιος διάλογος συνεχίζει να διακρίνεται από λαικισμό και πυροτεχνήματα/επιχειρήματα που παραπέμπουν σε φοβιστικά και κομπλεξικά κοινωνικοψυχολογικά σχήματα. Οι πολιτικοί μας πρώτα χρειάζονται ψυχολόγο και έπειτα τις θέσεις τους.

Συμπεράσματα:
Οι μεταρρυθμίσεις του δημοσίου τομέα προς τη καλύτερη αποδοτικότητά του δε σημαίνουν και εξάλειψη των σχετικών με τη διαπλοκή και διαφθορά παθογενειών του.
Οι αιτίες της ύπαρξης αυτών των παθογενειών πάνε πίσω στο χρόνο και συσχετίζονται άμεσα με τα πρότυπα πολτικοοικονομικής ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας.
Αλλά τούτο είναι ένα άλλο θέμα που έχει αναλυθεί σε μεγάλο βαθμό. Καλό είναι να θυμόμαστε όμως ότι τομές και ρήξεις δεν κάνει κανείς με το παρελθόν. Μόνο γνώση και κατανόηση της συνέχειας που αυτό ενέχει στο μέλλον.